Δημοσιογραφία χωρίς περιεχόμενο

Posted on September 6, 2014

6



Δεν υπάρχει άνθρωπος του χώρου σε ολόκληρο τον κόσμο που να μη γνωρίζει ότι η δημοσιογραφία στην Ελλάδα δεν είναι ελεύθερη. Εξάλλου, η θέση της χώρας στην παγκόσμια κατάταξη της ελευθερίας του Τύπου έχει γκρεμιστεί ολοκληρωτικά μετά την εφαρμογή των μνημονίων – όχι ότι τα πράγματα πριν ήταν καλύτερα, όμως από το 2010 και μετά έχουν χαθεί εντελώς τα προσχήματα.

Τι φταίει σε όλο αυτό; Μία και μόνο απάντηση δεν υπάρχει.

Το προφανές είναι ότι η πλειοψηφία εφημερίδων, καναλιών και δημοσιογράφων κρύβουν την αλήθεια. Αυτό όμως δε φαίνεται να πειράζει και πολύ τον κόσμο, μιας και τη δημοσιογράφο η οποία πριν τις ευρωεκλογές αποκάλυψε ότι ήξερε για τη μεταφορά χρημάτων στις τράπεζες το 2012 αλλά δεν είπε τίποτε, την έστειλε στην ευρωβουλή, ενώ τον συνάδελφό της ο οποίος παραδέχτηκε πως εκείνος και πολλοί ακόμη γνώριζαν εξ αρχής ότι το οικονομικό πρόγραμμα του 2010 δε βγαίνει αλλά δεν είπαν κουβέντα για να μη ρίξουν την κυβέρνηση, δεν τον κάλεσε κανείς να δώσει εξηγήσεις – φυσικά τις δουλειές του τις έχει κρατήσει όλες κανονικότατα.

Η μια πλευρά είναι αυτή. Η άλλη πλευρά –κι ίσως η πιο σημαντική- είναι ότι τα περισσότερα Μέσα δεν ενδιαφέρονται καθόλου για το περιεχόμενό τους. Είναι επανδρωμένα με ανθρώπους άπειρους και κακοπληρωμένους, οι οποίοι αναπαράγουν ό,τι κυκλοφορεί χωρίς καμιά διασταύρωση ή ερευνητική ματιά. Ακόμη κι οι έμπειροι πέφτουν σε αυτήν την λούπα πάρα πολλές φορές. Και πώς να μην πέσεις, όταν αναλαμβάνεις το πόσο-βιτρίνα του Μέσου στο οποίο δουλεύεις για 300 και 400 ευρώ το μήνα; Το περιεχόμενο των ΜΜΕ είναι η «ψυχή» τους. Κι όταν ξεπουλάς την ψυχή σου για τρία κατοστάρικα το μήνα, τότε δεν μπορείς να πάρεις τίποτε παραπάνω από το αποτέλεσμα δουλειάς των τριών κατοστάρικων. Ο εργαζόμενος θα δουλέψει σκληρά για έναν, δύο ή τρεις μήνες για να φροντίζει το περιεχόμενο και να δείξει καλή εργασιακή διαγωγή. Στον τέταρτο μήνα, όταν τα λεφτά του θα τελειώνουν μέσα σε δυο εβδομάδες, θα σταματήσει να δείχνει το ίδιο ενδιαφέρον. Όση ανάγκη κι αν έχει τα χρήματα, το αποτέλεσμα της δουλειάς του –μοιραία- θα προσαρμοστεί στα μισθολογικά του δεδομένα. Κι αυτό δεν ενοχλεί καθόλου εκείνους που θα έπρεπε Άλλωστε τα περισσότερα Μέσα δεν στήθηκαν για να ενημερώνουν, αλλά για να δικαιολογούν έξοδα μεγάλων επιχειρήσεων και τραπεζών.

Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι το περιεχόμενο των ελληνικών μέσων ενημέρωσης συμβαδίζει κατά ένα πολύ μεγάλο βαθμό και με τις ανάγκες του αναγνωστικού κοινού. Μεγάλες και μικρές εφημερίδες ζορίζονται για να ξεπεράσουν τα 2.000 φύλλα την ημέρα. Ακόμη κι εκείνες οι οποίες προσπαθούν να ασκήσουν δημιουργική κριτική για την κατάσταση που ζούμε. Οι εκατοντάδες ενημερωτικές ιστοσελίδες που κυκλοφορούν στην πιάτσα αναπαράγουν το ΑΠΕ και τα τηλεγραφήματά του, τα οποία δεν είναι τίποτε άλλο παρά έτοιμα κείμενα σταλμένα από τα υπουργεία και μεταφράσεις ξένων μέσων ενημέρωσης. Η τηλεόραση σταμάτησε να χρηματοδοτεί την ερευνητική δημοσιογραφία κι έκοψε ακόμη και τις στοιχειώδεις συνεργασίες με ανταποκριτές μέσα στη χώρα. Συμβαίνει ένα σημαντικό γεγονός στην επαρχία και οι οθόνες γεμίζουν στις ειδήσεις των 8 και των 9 με ερασιτεχνικά βίντεο με το λόγκο του lasiraagapimou.blogspot.gr να κοτσάρεται φαρδύ πλατύ στη μέση της εικόνας, δίχως να ενοχλεί κανέναν διευθυντή ειδήσεων το δημοσιογραφικό ή το αισθητικό αποτέλεσμα.

Η δημοσιογραφία στην Ελλάδα αντιμετωπίζεται από τους ίδιους τους θεσμούς ως κάτι περιττό. Οι επίσημες ενημερώσεις των δημοσιογράφων για τα τρέχοντα ζητήματα έχουν καταργηθεί. Οι ειδήσεις βγαίνουν από τα γραφεία Τύπου των υπουργείων, από ραβασάκια υπουργών και βουλευτών, από διαρροές, κι από παραπολιτικές συζητήσεις. Κανένας δεν μπορεί να ρωτήσει τον εκπρόσωπο Τύπου για τις συναντήσεις της πολιτικής ηγεσίας. Κανείς δεν βλέπει καν τον πρωθυπουργό να απαντά στις ερωτήσεις των ίδιων των βουλευτών του κοινοβουλίου.

Εκατοντάδες, ίσως και χιλιάδες, άνθρωποι διαμαρτύρονται για την έλλειψη ενημέρωσης στην Ελλάδα. Το ζήτημα είναι απλό και δε χωρά βαθύτερη ανάλυση. Αν δε βάλει ο αναγνώστης το χέρι στην τσέπη για να συγχρηματοδοτήσει ανεξάρτητες πηγές ενημέρωσης κι ανθρώπους οι οποίοι θα κάνουν πραγματική ερευνητική δημοσιογραφία, κανένα Μέσο δεν θα είναι ποτέ του ανεξάρτητο.

Υπάρχουν μερικοί άνθρωποι οι οποίοι έβαλαν και βάζουν το κεφάλι τους στο ντορβά για να κάνουν πράξη το ψώνιο τους για πραγματική ενημέρωση. Άλλοι με τα καλά τους, κι άλλοι με τα στραβά τους. Χιλιάδες αναγνώστες απολαμβάνουν τις αποκαλύψεις και τα θέματά τους, όμως ελάχιστοι είναι εκείνοι που μπαίνουν πραγματικά στη διαδικασία να κατανοήσουν ότι αυτό το περιεχόμενο –το οποίο τους ικανοποιεί και διαβάζουν καθημερινά- δε γεννιέται από μόνο του. Οι άνθρωποι που το παράγουν δεν έχουν στην αυλή τους ένα λεφτόδεντρο που αντί για φύλλα βγάζει ευρώ. Είναι κανονικοί άνθρωποι που πρέπει να ζήσουν. Και θέλουν να ζήσουν δουλεύοντας για κάτι το οποίο θα προσφέρει.

Είναι πολύ βολικό να τα ρίχνουμε όλα στους καναλάρχες, τους ιδιοκτήτες εφημερίδων και τους μεγαλοδημοσιογράφους. Αυτοί κάνουν τη δουλειά τους και την κάνουν με τον πλέον απροκάλυπτο τρόπο. Και κρίνονται γι’ αυτό. Το ερώτημα είναι αν πραγματικά θέλουμε να έχουμε την ενημέρωση που ζητάμε. Αν είναι διατεθειμένοι οι 100-200-300.000 άνθρωποι να δώσουν τρία ευρώ το μήνα για να συντηρήσουν ένα Μέσο το οποίο θα μπορεί να χρηματοδοτήσει τις έρευνές του και να αντιμετωπίσει τις δικαστικές διώξεις ενός μεγαλοεπιχειρηματία ή ενός υπουργού, όταν θα το σέρνουν κάθε τρεις και λίγο στα δικαστήρια για τις αποκαλύψεις του.

Προφανώς και δεν το θέλουμε. Διότι αν συνέβαινε το αντίθετο, τότε θα είχε ήδη γίνει. Τρανότερη ευκαιρία από αυτή που παρουσιάστηκε τα τέσσερα τελευταία χρόνια, δεν υπήρξε. Και οι αφορμές ήταν πάρα πολλές.

Καλή λοιπόν η κριτική σε όσους αναλαμβάνουν να τραβούν το κουπί στις γαλέρες της ενημέρωσης, ακόμη καλύτερες οι καταδίκες για τους σαλτιμπάγκους κι εκτελεστές συμβολαίων στα ΜΜΕ, όμως πρέπει να γνωρίζουμε ότι κι ο πλέον θαρραλέος ήρωας είναι υποχρεωμένος να βρει έναν τρόπο να πληρώσει το ρεύμα, τη σύνδεση στο ίντερνετ, το τυπογραφείο και το πιάτο φαΐ στο τραπέζι του, ούτως ώστε να βγάλει στον αέρα το ανεξάρτητο Μέσο του.

Όπως κυλούν έως τώρα τα πράγματα, κάτι τέτοιο κρατά για λίγο. Μερικούς μήνες ή χρόνια. Κι ύστερα πάλι από την αρχή. Κι όλοι μαζί θα φωνάζουμε στους δρόμους «αλήτες, ρουφιάνοι, δημοσιογράφοι», κι όλοι μαζί θα στηνόμαστε μετά στις ουρές της εφορίες να πληρώνουμε τους φόρους για να μπορεί η κυβέρνηση να χαρίζει τις οφειλές των μεγαλοκαλαναρχών που τόσο μας αρέσει να βρίζουμε, αλλά ίσως τελικά να μην μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αυτούς.

Advertisements