Τα χαρούμενα Χριστούγεννα μιας μήνυσης

Posted on August 8, 2014

3



Περισσότερα από 200.000 άτομα διάβασαν μόνο από αυτό το μπλογκ τη μήνυση κατά της Ελλάδας που κατέθεσε η Αργεντινή και η Βενεζουέλα. Αν υπολογίσω κι όσους τη διάβασαν από πολλά άλλα μπλογκς, sites, κι από τα social media, τότε ίσως να έφτασαν και το μισό εκατομμύριο. Κάποιοι από αυτούς το έκαναν επειδή τους αρέσει το χιούμορ μου – και τους ευχαριστώ πολύ γι’ αυτό. Άλλοι επειδή απλά το είδαν αρκετές φορές μπροστά τους κι είπαν να πατήσουν το λινκ. Κι αρκετοί γιατί το πίστεψαν, το αναπαρήγαγαν ή κατάλαβαν στην πορεία ότι πρόκειται για μια μη-είδηση κι ένιωσαν την ανάγκη να με βρίζουν.

Θα ήθελα να πω ότι δεν με χαλάνε καθόλου τα μπινελίκια, ούτε κρατάω κακία σε κανέναν. Ίσα-ίσα, διασκεδάζω πάρα πολύ με όλο αυτό τον κόσμο που ενημερώνεται από τα κανάλια και τις εφημερίδες των μεγαλοεκδοτών, ή τηλεφωνεί στην πρεσβεία της Αργεντινής για να ρωτήσει αν μας έκαναν μήνυση κι ύστερα βγάζει το άχτι του σε εθνικιστικά και ψεκασμένα μπλογκ ή σε «ενημερωτικές ιστοσελίδες» οι οποίες αναπαράγουν τυφλά ότι βρουν μπροστά τους – όπως όλοι ξέρουμε, ότι πληρώνεις παίρνεις. Κι όταν πληρώνεις ψίχουλα, τότε σιγά μην ασχοληθεί ο κάθε κακοπληρωμένος συντάκτης με το αν θα πρέπει ή όχι να διασταυρώσει μια είδηση. Άλλωστε, λίγες μέρες μετά τη μήνυση, ακόμη και η Καθημερινή έβγαλε στο φύλλο της ολόκληρο κείμενο με μια υποτιθέμενη δήλωση του Ηλία Ψινάκη για μελαμψούς και θαλασσοδαρμένους Μαραθωνίτες που τη δημοσίευσε το Κουλούρι.

Ήταν πάρα πολύς ο κόσμος που πίστεψε την είδηση για τη μήνυση της Αργεντινής και της Βενεζουέλας. Ακόμη κι αν ο ρεπόρτερ που τη δημοσίευσε ονομάζεται Φελίθ Ναβιδάδ. Η απάντηση σ’ αυτό είναι απλή, και φαίνεται ξεκάθαρα στο κείμενο. Οι πολίτες αυτής της χώρας εύχονται να δώσουν κάποιοι άλλοι το δικό τους αγώνα.

Είναι πολύ όμορφο να βλέπεις μια ξένη κυβέρνηση ή κάποιον ξένο δημοσιογράφο να μιλά για το τι περνάει ο κόσμος στην Ελλάδα. Κάθεσαι και παρατηρείς τους τίτλους των ελληνικών άρθρων και τις αντιδράσεις των αναγνωστών όταν διαβάζουν ότι ο Πολ Κρούγκμαν τα χώνει στο ΔΝΤ για το πόσο σκατά τα πήγε το «πρόγραμμα διάσωσης» της Ελλάδας, ή όταν ο Φελίθ Ναβιδάδ της Wall Street Journal και του Reuters γράφει ότι η ελληνική ελίτ γίνεται συνεχώς πλουσιότερη κι ο Έλληνας φτωχότερος.

Έχουμε μια μακρά παράδοση αγώνων των ξένων για εμάς. Η επανάσταση κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας γέννησε εμφυλίους πολέμους. Οι Έλληνες «πατριώτες» φυλάκισαν στρατηγούς κι οπλαρχηγούς, κι όταν ο Ιμπραήμ πήρε παραμάζωμα ότι βρήκε μπροστά του, ήταν οι Ρώσοι, οι Γάλλοι και οι Βρετανοί που έσωσαν την Ελλάδα. Κι ύστερα την καταχρέωσαν, και τα δάνεια ξεπληρώθηκαν τον 21ο αιώνα με άλλα δάνεια που θα ξεπληρωθούν τον 22ο αιώνα, κοκ.

Στις αρχές της ελληνικής κρίσης ο ξένος Τύπος γέμισε με αφιερώματα για τους «τεμπέληδες Έλληνες» που πίνουν ούζα δίπλα στη θάλασσα και τρώνε τα λεφτά των Ευρωπαίων σκληρά εργαζόμενων φορολογούμενων, που οι κυβερνήσεις τους τα κάνουν όλα τέλεια. Κωλοδάχτυλα ελληνικών αγαλμάτων, αφιερώματα στις τηλεοράσεις και τις εφημερίδες για το πόσο λαμόγια είναι οι Έλληνες που τρώνε με χίλιες μασέλες ενώ ο Γερμανός πολίτης έχει να δει αύξηση στο μισθό του εδώ και δέκα χρόνια.

Όμως ο φανατισμός από τα λεγόμενα «ανθελληνικά δημοσιεύματα» της περιόδου 2010-2013 ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο από τα ελληνικά κανάλια και τις εφημερίδες. Η ενοχή με την οποία γέμισε ο μέσος τηλεθεατής-ψηφοφόρος που ενημερώνεται από τα μέσα ενημέρωσης των εφοπλιστών και των εθνικών εργολάβων, δεν είχε προηγούμενο. Εσύ φταις για την κατάσταση στην οποία βρέθηκε η ελληνική οικονομία, έλεγαν. Δεν ζήτησες απόδειξη για την τυρόπιτα που αγόρασες γι’ αυτό καταστράφηκε η χώρα, ξανάλεγαν. Το μνημόνιο είναι ευλογία, επαναλάμβαναν. Όλα αυτά κι άλλα τόσα γέμισαν τις οθόνες και τις σελίδες, με αποκορύφωμα το πόσο «πάνω από τις δυνάμεις μας» ζούσαμε τόσα χρόνια και ότι τώρα έφτασε η ώρα της τιμωρίας μας.

Παρότι όλο αυτό συνέβαινε εδώ πέρα, εμάς καθόλου δεν μας άρεσαν τα σχόλια όσων νοικοκοιραίων του εξωτερικού ενημερώνονταν από τις διάφορες Μπιλντ και τις άλλες κωλοφυλλάδες του εξωτερικού. Ρεπορτάζ, κείμενα και συνεντεύξεις Ελλήνων του εξωτερικού ή ταξιδιωτών αναφορικά με τη «ρατσιστική συμπεριφορά κατά του Έλληνα τον οποίο όλοι θεωρούν κλέφτη και λωποδύτη», έδιναν κι έπαιρναν. Πουλούσε η είδηση του κατατρεγμένου, γι’ αυτό κι έπαιρνε θέση στα τηλεοπτικά ρεπορτάζ μετά από τα θέματα τού «μαζί τα φάγαμε».

Το αποτέλεσμα είναι λίγο πολύ γνωστό. Το ίδιο γνωστό με τη ρητορική που γεννήθηκε την περίοδο των συγκεντρώσεων στην πλατεία Συντάγματος και γιγαντώθηκε στη συνέχεια: η άθλια χρεοκοπημένη Αργεντινή που οι πολίτες της που δεν μπορούν να αγοράσουν τίποτα από το eBay, οι βρομιάρηδες Εκουαδοριανοί που δεν έχουν χαρτί να σκουπίσουν τον κώλο τους, οι «κόκκινοι φασίστες» της Βενεζουέλας που βράζουν μωρά και τα κάνουν λίπασμα – αυτό δεν το είπε Έλληνας, αλλά ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι σε παλιότερη ομιλία του επιτιθέμενος στην αριστερά, όμως το νόημα το πιάσατε.

Φυσικά, είμαι ο τελευταίος που θα πει ότι στην Αργεντινή ή το Εκουαδόρ ή τη Βενεζουέλα είναι όλα τέλεια. Δεν είναι. Όμως ποιος δίνει το δικαίωμα σε έναν πρωθυπουργό, υπουργό ή βουλευτή να βρίζει τόσο χυδαία έναν ολόκληρο λαό; Ποιος του δίνει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί τα μέσα ενημέρωσης για να παρουσιάσει κάποιο άλλο κράτος ως μπαμπούλα και παράδειγμα προς αποφυγήν, προβάλλοντας το 2014 εικόνες βγαλμένες από το 2001 μόνο και μόνο για να φοβίσει το νοικοκυραίο και να τον κάνει να κάτσει στα αυγά του;

Η αναγνωσιμότητα της μήνυσης της Αργεντινής και της Βενεζουέλας δεν είναι απλά ένα αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο ενημερώνονται χιλιάδες άνθρωποι. Είναι ο καθρέπτης της βαθιάς επιθυμίας των περισσότερων για την «επανάσταση» που θα έρθει από αλλού· από άλλους· από κάποιον κάπου μακριά· που θα μας λυπηθεί και θα μας πάρει από το χεράκι για να μας δείξει πώς θα διεκδικούμε εμείς τη ζωή μας.

Δε λέω. Είναι πολύ όμορφο να ξέρουμε ότι υπάρχουν κάποιοι εκεί έξω που καταλαβαίνουν τι περνάμε. Όμως ακόμη πιο «όμορφο» είναι να «επαναστατούμε» από τα ραδιόφωνα και τις ιστοσελίδες των μεγαλοεκδοτών και των φιλολαϊκών ραδιοφωνατζήδων, οι οποίοι πουλάνε αντικειμενικότητα, αμεσότητα, κι επανάσταση, και στα διαλείμματα προωθούν τα CD του Γιάννη Πάριου. Καθημερινά «σπάνε» τα τηλέφωνα τους και πλημμυρίζουν τα σχόλια στα site τους από ανθρώπους τους οποίους αν ακούσεις με προσοχή, θα νομίζεις ότι είναι έτοιμοι να ανέβουν στο βουνό για να κάνουν αντίσταση στη «χούντα του Σαμαρά». Και μόλις κλείσουν το τηλέφωνο, στήνονται στην ουρά για να πληρώσουν τον ΕΝΦΙΑ και την εφορία. Βρίζοντας και πάλι, αλλά χαμηλόφωνα για να μην τους ακούσει κανείς και τους περάσει για μπατίρηδες.

Η μήνυση της Αργεντινής και τις Βενεζουέλας ήταν για μερικούς η μικρή τους επανάσταση. Μια δικαίωση για τον αγώνα που δεν έδωσαν, ενάντια σε εκείνους τους οποίους επιδοτούν με την ψήφο τους ή την απάθειά τους. Που δεν τους πολυνοιάζει αν τυχόν μια χούφτα οικογένειες έχουν γίνει ακόμη πιο βαθύπλουτοι μέσα σε τρία χρόνια, επειδή η ανάγκη για ένα 10ωρο με 250 ευρώ το μήνα, νικά κάθε ελπίδα για αλλαγή.

Η επανάσταση των άλλων για την πάρτι μας είναι πολύ βολική. Μας κάνει να αισθανόμαστε αηδιασμένοι για την κατάστασή μας και για τους ανθρώπους τους οποίους ενώ στείλαμε στη βουλή για να μας εκπροσωπούν, αυτοί βρίζουν όσες χώρες νιώθουν πως απειλούν την τρομοκρατία των μαζών. Ακόμη κι αν αυτή η απειλή δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα κείμενο που μόνο στόχο έχει τη διασκέδαση μιας καθόλου διασκεδαστικής κατάστασης.

(Κι όπως έγραψε κάποιος σε έναν τοίχο: αν τα σκατά είχαν αξία, οι φτωχοί δεν θα είχαν κώλο)

Advertisements