Με τον Τάκη και τον Πάσχο, με την Σώτη και τ’ άλλα παιδιά

Posted on July 14, 2013

21


Σπάνιες είναι οι φορές που ασχολούμαι με κάποιον “αρθρογράφο γνώμης” σε αυτό το μπλογκ για κάτι που έχει πει ή γράψει και δεν έχει σχέση με επιτηδευμένη παραπληροφόρηση, όπως εδώ.

Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει ένα μεγάλο κομμάτι ανθρώπων οι οποίοι μέχρι πρότινος δρούσαν σε ένα θολό περιθώριο, ώσπου τα πράγματα στράβωσαν και αναγκάστηκαν να βγουν με φόρα προς τα μπρος για να καλύψουν το χαμένο έδαφος.

Άνθρωποι σαν τον Τάκη Μίχα ή τον Πάσχο Μανδραβέλη ή την Σώτη Τριανταφύλλου -και πολλούς ακόμη που δηλώνουν ένα κράμα “μη-δημοσιογράφου”/αρθρογράφου γνώμης- βρίσκονται καθημερινά στα στόματα πολλών. Τις περισσότερες φορές για κακό σκοπό, με στόχο να τους βρίσουν ή να τους χλευάσουν.

Εγώ αγαπώ τον Τάκη Μίχα. Και τον Πάσχο Μανδραβέλη. Και την Σώτη Τριανταφύλλου. Κι όλη την υπόλοιπη παρέα τους.

Τους αγαπώ γιατί μέρα με τη μέρα ξεβρακώνουν το ίδιο τους το συνάφι. Τους αγαπώ τόσο, που εύχομαι να μην βρεθεί ποτέ κανείς που θα τους πάρει τα πληκτρολόγια από τα χέρια.

Οι άνθρωποι αυτοί -όχι μόνο οι τρεις, αλλά και πολλοί ακόμη όμοιοι τους- ανήκουν σε μια ιδιαίτερη συνομοταξία προσώπων του δημόσιου λόγου. Είναι η κατηγορία των λεγόμενων opinion-makers, ή αλλιώς τα αγαπημένα παιδιά πολιτικής και οικονομικής ελίτ.

Η συντριπτική πλειοψηφία πολιτικών δράσεων που ανήκουν στο ευρύτερο πλαίσιο “επικοινωνίας και πολιτισμού”, έχουν πάντα έναν από αυτούς στα πάνελ τους.

Είτε παρουσιάζει ένα βιβλίο κάποιο πολιτικό πρόσωπο είτε ο ίδιος ο “μη-δημοσιογράφος”/αρθρογράφος, η πολιτική παρουσία και συμπαράσταση είναι αμφίδρομη και απαραίτητη.

Ακόμη κι όταν μιλάμε για ένα συνέδριο της μάνας του μπάτσου. Κάποιος από αυτούς θα βρίσκεται και εκεί. Είτε ως φυσική παρουσία, είτε μέσω των καθημερινών του γραπτών και τηλεοπτικών παρεμβάσεων.

Το ίδιο συμβαίνει και με την οικονομική ελίτ. Σε κάθε επιχειρηματικό ζόρι που παρουσιάστηκε τα τελευταία τρία χρόνια, πρώτα είχαμε τα άρθρα γνώμης γύρω από το μεγαλείο της Χ επένδυσης και μετά το ρεπορτάζ.

Πρόκειται για ένα τρομερό φαινόμενο, που ενώ η διαδικασία κάλυψης των γεγονότων και συγκέντρωσης των πληροφοριών βρίσκεται σε διαρκή εξέλιξη, το κείμενο γνώμης που καταδικάζει “κουκουλοφόρους”, “τρομοκράτες”, “μπάχαλους”, “εχθρούς του έθνους”, “Κου Κλουξ Κλαν της Ελλάδας” κ.ο.κ. βρίσκεται αμέσως κρεμασμένο στα διαδικτυακά μανταλάκια.

Είτε, λοιπόν, μιλάμε για τα “μεγάλα ευχαριστώ” σε μια κυβέρνηση κι έναν υπουργό που είναι ενάμιση βήμα πριν τη φυλακή, είτε για το πόσο μπανάλ είναι να λέμε τους νεοναζί με το όνομά τους -όπως κάνουν περίπου 6 δισεκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο, αυτοί οι opinion-makers αποτελούν το χαρακτηριστικότερο δείγμα πολιτικών και οικονομικών προθέσεων.

Ακριβώς για αυτόν τον λόγο δεν θέλω ποτέ να τους πάρει κάποιος τα πληκτρολόγια από τα χέρια. Ακόμη κι αν πολλοί από αυτούς ζητούν και εύχονται το αντίθετο για μένα ή άλλους σαν εμένα, εγώ επιμένω.

Όσο περισσότερο ωραιοποιεί τον ναζισμό ο Τάκης Μίχας και η υπόλοιπη “μεγάλη παρέα”, τόσο περισσότερο εκτίθεται η πραγματική τους ταυτότητα.

Όσο περισσότερα ευχαριστώ λέει ο κάθε Πάσχος Μανδραβέλης ή Σώτη Τριανταφύλλου, τόσο πιο φανερή γίνεται η εξάρτησή τους από τα πολιτικά και οικονομικά τους αφεντικά.

Όσο περισσότερες φορές δω όλους αυτούς να χαριεντίζονται σε βελούδινα πάνελ δίπλα σε βουλευτές και υπουργούς που βάφουν τα χέρια τους με το αίμα ανθρώπων, τόσο περισσότερο αποτυπώνεται στις συνειδήσεις αυτή τους η σχέση.

Δεν με νοιάζει αν κάποιος πει πως όσο αυτοί γράφουν, όλο και κάποιος μπορεί να τσιμπήσει και να πηδήξει στο άρμα τους.

Γιατί όποιος συμφωνεί με την άποψη ότι δεν είναι σωστό να λέμε τους υμνητές του Άουσβιτς “ναζί” αλλά απλά και μόνο “εθνικοσοσιαλιστές”, ή με το ότι πρέπει να φιλήσουμε τα πόδια του Γιώργου Παπακωνσταντίνου και να του πούμε ένα μεγάλο ευχαριστώ για όσα μας έχει κάνει, ποτέ του δεν αμφιταλαντεύτηκε πραγματικά.

Αυτό πίστευε πάντα· κι αν λέει πως μέχρι χθες υποστήριζε άλλα, είναι ψεύτης.

Γι’ αυτό λοιπόν αγαπώ αυτό το συνάφι. Γιατί κάθε μέρα που περνά γίνεται όλο και πιο ξεκάθαρο. Αγαπήστε το κι εσείς κι αφήστε σε εκείνους το κομμάτι του μίσους.

Αυτό είναι, άλλωστε, το μοναδικό συναίσθημα που έχουν γνωρίσει ποτέ στην εξαρτημένη τους ζωή. Με αυτό προσπαθούν να ποτίσουν την κοινωνία. Αυτό είναι το μόνο που τους κρατά ακόμη “ζωντανούς”.

(Η λέξη nazi προήλθε από τη συντομογραφία του Nationalsozialismus δηλαδή Εθνικοσοσιαλισμός στα γερμανικά. Γιατί οι περισσότεροι εξ αυτών των “μη-δημοσιογράφων”, εκτός από φανατισμένοι είναι και αδιάβαστοι.)

Advertisements