Λογοκρισία: μια παλιά ελληνική ιστορία

Posted on June 18, 2013

1


Αναδημοσίευση από Radiobubble.gr


Από τις πρώτες ώρες της ελληνικής Επανάστασης και τους Βαλκανικούς Πολέμους, ως τη χούντα του Μεταξά, την Κατοχή και τη δικτατορία των συνταγματαρχών, η Ελλάδα έχει γνωρίσει αμέτρητες φορές φαινόμενα λογοκρισίας, φίμωσης και δίωξης “αιρετικών”. Χιλιάδες εξ αυτών τιμωρήθηκαν με τον σκληρότερο τρόπο για τις σκέψεις και τις απόψεις που αποτύπωσαν πάνω στο χαρτί.

Ο μεγάλος Ρωμαίος σατιρικός Γιουβενάλης ειρωνευόμενος την απαγόρευση δημοσίευσης οποιουδήποτε είδους κριτικής στην πλούσια Ελίτ της Ρώμης έγραψε ότι “Ο λογοκριτής αθωώνει τα κοράκια και καταδικάζει τα περιστέρια”. Μία φράση, που το νόημά της έμεινε αναλλοίωτο για πάνω από 2.000 χρόνια.

Σάλπιγξ Ελληνική
Η ιστορία της λογοκρισίας του Τύπου στη νεότερη Ελλάδα ξεκινά από το 1821. Η χώρα ζει τον πυρετό της Επανάστασης ενάντια στην Οθωμανική αυτοκρατορία και η πρώτη σύγχρονη εφημερίδα κάνει την εμφάνισή της. Ονομάζεται “Σάλπιγξ Ελληνική” και εκδίδεται την 1 Αυγούστου του 1821 στην επαναστατημένη Καλαμάτα. Τυπώνεται στο μικρό τυπογραφείο που είχε φέρει ο Δημήτριος Υψηλάντης από την Τεργέστη και “Επιστάτης και Εκδότης” της ορίζεται ο ιερωμένος Θεόκλητος Φαρμακίδης, με προϋπηρεσία στον Τύπο και πανεπιστημιακή μόρφωση.

Στο πρώτο του άρθρο ο Φαρμακίδης σημειώνει: “Εις τας παρούσας περιστάσεις της Ελλάδος, ότε το ελληνικόν γένος, μη υπομένον τον βαρύν της τυραννίας ζυγόν, τον οποίο φέρει αναξίως αιώνας ολόκληρους, απεφάσισε υπό την προστασία της Θείας Πρόνοιας, να πιάση τα όπλα. Δια να αναλάβει την οποίαν απώλεσεν αυτονομίαν, είναι αναγκαιοτάτη εφημερίς εις την Ελλάδα εκδιδομένη”.

Η “Σάλπιγξ Ελληνική” δημοσιεύει, μεταξύ άλλων, και την προκήρυξη του Αλέξανδρου Υψηλάντη που είχε απευθύνει από το Ιάσιο στις 24 Φεβρουαρίου του 1821 για την επανάσταση στην Μολδοβλαχία. 

Ο βίος της εφημερίδας, θα αποδειχθεί βραχύβιος. Μόλις τρία φύλλα πρόλαβαν να εκδοθούν, αυτά της 1ης, 5ης και 20ης Αυγούστου του 1821, μιας και ο Φαρμακίδης δεν άντεξε τις συνεχόμενες επεμβάσεις “προληπτικής δημοσιογραφίας”: “Δεν ενέδωσα εις το δεσποτικόν μέτρον της προεξετάσεως” είχε πει. Το σχόλιο αφορούσε την προσπάθεια ελέγχου της εφημερίδας από τον Υψηλάντη.

Δέκα χρόνια μετά, τον Απρίλιο του 1831, λίγους μήνες έπειτα από την επίσημη ίδρυση του ελληνικού κράτους, επιβάλλεται για πρώτη φορά γενικευμένη λογοκρισία στον Τύπο αλλά και στην αλληλογραφία. Η σύγκρουση του Ιωάννη Καποδίστρια με τους πολιτικούς του αντιπάλους, που λίγους μήνες μετά θα κατέληγε στη δολοφονία του, οδηγεί σε μία σειρά από αυταρχικές αποφάσεις της κυβέρνησής του.

Με την πάροδο των χρόνων και τη βελτίωσης της τεχνολογίας της τυπογραφίας, όλο και περισσότερες εφημερίδες κάνουν την εμφάνισή τους στην Ελλάδα. Η εξάπλωση του Τύπου, μοιραία, επέφερε και τις προσπάθειες περιορισμού της ελευθερίας του.

Ο Ύπατος Αρμοστής της επαναστατημένης Κρήτης των αρχών του 20ου αιώνα, Πρίγκιπας Γεώργιος, είχε τοποθετηθεί ως τοποτηρητής των λεγόμενων Μεγάλων Δυνάμεων και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, για να επιβλέπει για λογαριασμό τους τη μετάβαση της αυτονόμησης του νησιού. Η κρητική “Ηνωμένη Αντιπολίτευση”, υπό τον Ελευθέριο Βενιζέλο, διακηρύσσει στις 26 Φλεβάρη του 1905, ότι μόνη λύση είναι η Ένωση με την υπόλοιπη ελεύθερη Ελλάδα. Το ψήφισμα που δόθηκε ένα μήνα μετά στις Μεγάλες Δυνάμεις, έστρεψε τον Ύπατο Αρμοστή ενάντια στο κίνημα φυλακίζοντας αντικαθεστωτικούς και επιβάλλοντας γενικευμένη λογοκρισία στον τοπικό Τύπο. 

Λίγα χρόνια μετά, το 1915, οι Βαλκανικοί πόλεμοι έχουν τελειώσει, ο Μεγάλος Πόλεμος έχει ήδη ξεσπάσει και η Γαλλική στρατιά, μαζί με βρετανικές δυνάμεις, βρίσκεται στην Μακεδονία για να επιβάλλει του όρους της Αντάντ, σχηματίζοντας το λεγόμενο “Μακεδονικό Μέτωπο”. Η αποκαθήλωση του Ελευθέριου Βενιζέλου και η αποχή του κόμματος των Φιλελευθέρων από τις εκλογές του 1915 βρίσκει την πλευρά των βασιλικών να ελέγχει τις ελληνικές εξελίξεις. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος αλλάζει πλήρως την κρατική μηχανή, όμως οι αντιπαραθέσεις με την πλευρά των Μεγάλων Δυνάμεων δεν λείπουν. 

Μία από αυτές θα οδηγήσει στη σύγκρουση με τον επικεφαλής της Γαλλικής Στρατιάς της Ανατολής και Αρχιστράτηγου των συμμαχικών δυνάμεων του Μακεδονικού Μετώπου, Μωρίς Σαράιγ. Με την εισβολή των βουλγαρικών δυνάμεων στην Ανατολική Μακεδονία ο Σαράιγ επιβάλλει, τον Μάιο του 1916, Στρατιωτικό Νόμο και λογοκρισία στον Τύπο και την αλληλογραφία και κλείνει δια της βίας δύο εφημερίδες. Πρόκειται για την πρώτη γενικευμένη φίμωση της ελευθεροτυπίας και της έκφρασης που προέρχεται απευθείας από ξένους παράγοντες.

1917: Ριζοσπάστης
Το 1916 εκδίδεται στην Θεσσαλονίκη η εφημερίδα “Ο Ριζοσπάστης”. Το 1917 μεταφέρεται στην Αθήνα, όπου λίγα χρόνια μετά θα απαγορευτεί για πρώτη φορά η κυκλοφορία της από τον δικτάτορα Θεόδωρο Πάγκαλο. 

Η δεκαετία του 1920 αποτελεί την απαρχή της γέννησης νέων πολιτικών αποκλεισμών και κατηγοριοποιήσεων της Ελλάδας του Μεσοπολέμου. Η διακίνηση ιδεών και εντύπων περιορίζεται και η σύγκρουση μεταξύ συντηρητικών και φιλελευθέρων αποκτά έναν νέο, στενά οριοθετημένο, πόλο. Τον κομμουνισμό. Τον Ιούλιο του 1929 ψηφίζεται από τη βουλή το περίφημο “Ιδιώνυμο”. Πρόκειται για το Νόμο 4229 με τίτλο “Περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος και της προστασίας των πολιτών”. Πρωθυπουργός της Ελλάδας ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος.

Μεταξύ άλλων, το Ιδιώνυμο εφαρμόστηκε εναντίον όσων θεωρήθηκε ότι ασκούν προσηλυτισμό με σκοπό την εφαρμογή “ανατρεπτικών ιδεών”. Ως εκ τούτου στο στόχαστρο βρέθηκε και ο Τύπος. Στην περίπτωση που “το αδίκημα ετελείτο δια του τύπου”, οι ποινές μπορούσαν να συμπαρασύρουν τους δημοσιογράφους, τους διευθυντές των εντύπων, άλλους συντελεστές της έκδοσης και κατ’ επέκταση το ίδιο το έντυπο.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 η συστηματοποιημένη λογοκρισία στον Τύπο στρέφεται ενάντια σε όλα τα έντυπα αριστερής ιδεολογίας. Η αυτολογοκρισία εναλλάσσεται με την υποχρεωτική λογοκρισία και για πρώτη φορά κάνουν την εμφάνισή τους τα παράνομα έντυπα. Πρόκειται για περιορισμένης ύλης εφημερίδες, οι οποίες διακινούνταν μυστικά από χέρι σε χέρι, συχνά παρανόμως. Συνήθως είναι χειρόγραφες και προέρχονται από οργανώσεις νεολαίας. Στους νεοσύλλεκτους κληρωτούς δίνονταν τα έντυπα “Κόκκινος Φαντάρος” και “Κόκκινος Ναύτης”, ενώ από παράνομους εργατικούς κομματικούς πυρήνες κυκλοφορούσαν φύλλα όπως το “Ο Λιμενεργάτης”. Στις πανεπιστημιακές σχολές διανέμονταν κρυφά οι εφημερίδες “Επανάσταση” της Φιλοσοφικής και “Επαναστατικό Δίκηο” στην Νομική της Αθήνας.

Η δικτατορία του στρατηγού Θεοδώρου Πάγκαλου τη διετία 1925 – 1926 αποτέλεσε την, έως τότε, σκληρότερη στάση των διοικούντων απέναντι στον Τύπο. Μετά το διάταγμα της 13ης Ιουλίου του 1925 για την “κατοχύρωση του Δημοκρατικού Πολιτεύματος” παραπέμπονταν σε στρατοδικεία όσοι μετέδιδαν ειδήσεις που “διατάρασσαν την δημόσια τάξη” ή στρέφονταν ενάντια της κυβέρνησης. Διώξεις ασκούνται σε δημοσιογράφους της Εστίας και της Καθημερινής, ενώ απαγορεύεται η κυκλοφορία του Ριζοσπάστη. Εξόριστοι σε ξερονήσια και πολιτικοί κρατούμενοι των φυλακών, αποτελούν τα θύματα της φίμωσης της ελευθεροτυπίας και της ελεύθερης έκφρασης.

Ο δικτάτρας Μεταξάς
Η δικτατορία του 1936, υπό τον Ιωάννη Μεταξά, έφερε το επίπεδο της λογοκρισίας του Τύπου σε πρωτοφανή επίπεδα. Όπως σε κάθε πόλεμο το πρώτο θύμα είναι η αλήθεια, έτσι και στο καθεστώς της 4ης Αυγούστου η ελευθεροτυπία διώκεται μεταφορικά, αλλά και κυριολεκτικά. Κάθε κείμενο που περιείχε τη λέξη “ελευθερία” θεωρούνταν ύποπτο. Κάθε πρόταση που είχε την ίδια τη λέξη ή παράγωγά της λογοκρινόταν και οι συγγραφείς της διώκονταν. Η φίμωση του Τύπου έρχεται με μία σειρά από καθεστωτικά “απαγορεύεται”: 

“Απαγορεύεται η εμφάνιση λευκού εις τα στήλας των εφημερίδων. Απαγορεύεται απολύτως η αναγραφή πληροφορίας η οποία να αποκαλύπτει την άσκησιν προληπτικής λογοκρισίας. Απαγορεύεται οποιαδήποτε κρίση περί του έργου της κυβερνήσεως εκτός αν είναι ευμενής. Απαγορεύεται η αναγραφή οιασδήποτε κυκλοφορίας αφορούσης πολιτικά κόμματα και πολιτευομένους εν γένει, ως και η αναγραφή των ονομάτων αυτών. Εν γένει οι εφημερίδες δέον όπως εκθύμως και ενθουσιωδώς δι’ άρθρων, σχολίων και πάσης φύσεων δημοσιευμάτων, συμβάλλωσι εις το αναμορφωτικόν και δημιουργικόν έργον της κυβερνήσεως”.

Οι εφημερίδες της εποχής δεν είχαν πολλές επιλογές. Ή έπρεπε να συμβιβαστούν, ή να κλείσουν, ή να περάσουν στην παρανομία. Η επόμενη ημέρα της 4ης Αυγούστου 1936 βρήκε τις εφημερίδες «Ανεξάρτητος» του Δημήτρη Πουρνάρα, «Χρόνος» του Σπύρου Μεταξά και «Πατρίς» του Σπύρου Σίμου, να αναστέλλουν την κυκλοφορία τους· τις «Καθημερινή» του Γεωργίου Βλάχου, «Πρωία» των αδελφών Πεσμαζόγλου και «Ελεύθερον Βήμα» του Δημητρίου Λαμπράκη, παρά τις αντιρρήσεις τους για το νέο καθεστώς, να συνεχίζουν την κυκλοφορία τους· οι πιο θερμοί υποστηρικτές της δικτατορίας ανάμεσα στις εφημερίδες της εποχής ήταν η «Βραδυνή» και ο «Τύπος». Θεωρείται αυτονόητο ότι ο «Ριζοσπάστης» πέρασε ξανά στην παρανομία.

5/8/1936 Βραδυνή 


Η “Νέα Εποχή” για την Ελλάδα του Ιωάννη Μεταξά βρίσκει όλα τα κείμενα των εφημερίδων να περνούν από έγκριση προτού δημοσιευτούν. Το ρόλο της λογοκρισίας αλλά και του ιδεολογικού προσανατολισμού του Τύπου, είχε αναλάβει το Υφυπουργείο Τύπου και Τουρισμού με επικεφαλής τον δημοσιογράφο Θεολόγο Νικολούδη, ο οποίος στην κυριολεξία έκανε ό,τι ήθελε και φυσικά εκμεταλλευόταν αυτή του την ισχύ και για πιο προσωπικές εξυπηρετήσεις. Ο Γεώργιος Βλάχος της «Καθημερινής» έγραφε σχετικά το 1945: “Ο Νικολούδης έστελλε εις τας εφημερίδας και την φωτογραφίαν μιας ανεψιάς του με τον σκύλον της ως “υποχρεωτικόν δημοσίευμα”.

Το Υφυπουργείο Τύπου και Τουρισμού είχε ιδρυθεί στις 31 Αυγούστου του 1936 με τον Αναγκαστικό Νόμο 45 κι ένα από τα άρθρα του είναι το “Περί συστάσεως Υφυπουργείου Τύπου και Τουρισμού” που διευκρινίζει κάθε λεπτομέρεια:

“Το Υφυπουργείο Τύπου και Τουρισμού διέπει και ρυθμίζει άπαντα τα ζητήματα τα αφορώντα εις την διαφώτισιν της δημοσίας γνώμης, ήτοι τα ζητήματα τα αναγόμενα εις τον ελληνικόν και ξένον ημερήσιον και περιοδικόν τύπον, τα πάσης φύσεως Συνέδρια και Εκθέσεις, το Θέατρον, τον κινηματογράφον, τας πλάκας γραμμοφώνου, τας παντός είδους διαφημίσεις, τας διαλέξεις, τας εκδόσεις, και εν γένει τας πάσης φύσεως εντύπους, διά ζώσης και διά μηχανημάτων εκδηλώσεις, ίνα αύται ευρίσκωνται εντός του πλαισίου των εθνικών παραδόσεων και ιδεωδών, μετέχον και του ελέγχου των ραδιοφωνικών εκπομπών.”

Χαρακτηριστική περιγραφή της τραγελαφικής κατάστασης που υπήρχε τότε στον ελληνικό Τύπο έχουμε από τον δημοσιογράφο και συγγραφέα θεατρικών έργων Πάνο Παπαδούκα: 

Δείγμα μεταξικής προπαγάνδας
«Σύμφωνα με τα δημοσιευόμενα στον Τύπο της ωραίας εκείνης εποχής, η Ελλάς ήταν το ευτυχέστερο κράτος της υφηλίου, υπό την αρχηγίαν του Πρώτου Στρατιώτου, πρώτου Εργάτου, πρώτου Στρατηγού, πρώτου Αγρότου και πρώτου Αθλητού της Ελλάδος. Ούτε καταιγίδες καταστροφικές εσημειώνοντο, ούτε ποτάμια επλημμύριζαν, ούτε χάλαζα μεγέθους λεπτοκαρύου έπεφτε, ούτε δάκος πείραζε τις ελιές, ούτε ξηρασία τα σπαρτά, ούτε επιζωστία τα ζώα. Αυτά δεν επιτρεπόταν να γραφούν, επί απειλή διακοπής της εκτυπώσεως. Η λογοκρισία τα έσβηνε. Γιατί όλα αυτά τα φυσικά φαινόμενα εσέβοντο το καθεστώς της δικτατορίας και επεφυλάσσοντο να επιπέσουν σε περίοδο ελευθεροτυπίας».

Ένα από τα χαρακτηριστικότερα δείγματα λογοκρισίας του Τύπου από την δικτατορία του Μεταξά αφορά μια επίσκεψή του στο χωριό Προβατά. Οι αρχισυντάκτες των εφημερίδων περίμεναν το γνωστό σε όλους κείμενο της “θερμής υποδοχής από πλήθος κόσμου” που πάντοτε ακολουθούσε αυτήν την “πορεία προς τον λαό” από τον δικτάτορα. Στο κείμενο αυτό οι κάτοικοι του χωριού μετατράπηκαν σε… “πρόβατα” και η μεταξική περιοδεία απέκτησε μια αξεπέραστη σουρεαλιστική περιγραφή: «Ως πρόβατα οι κάτοικοι ήλθαν εις τον σταθμόν, διά να υποδεχτούν τον πρώτον Αγρότην. Ως πρόβατα εξέσπασαν εις ζητωκραυγάς. Ως πρόβατα άνδρες και γυναίκες…».

Η λογοκρισία της δικτατορίας του Μεταξά δεν αφορούσε, φυσικά, μόνο τις εφημερίδες, αλλά και το ραδιόφωνο, το μέσο που αποτελούσε την “τηλεόραση της εποχής”. Σε ένα έγγραφο περιγράφεται η ανάγκη μίας… ξεκούραστης λογοκρισίας, τοποθετώντας έναν υπάλληλο του υφυπουργείου Τύπου δίπλα στον ραδιοφωνικό παραγωγό, με την εντολή να κόψει ανά πάσα στιγμή την εκπομπή στον αέρα, εφόσον τα λόγια του δεν ήταν εγκεκριμένα:

“Προς τον διευθυντή μουσικών εκτελέσεων, ρυθμιστήν του τόνου και μηχανικών ραδιοφωνικών θαλάμων. Ενταύθα.

Κατά το διαρρεύσαν χρονικόν διάστημα της λειτουργίας του Ραδιοφωνικού Σταθμού, κατέστη έκδηλος η ανάγκη της παρακολουθήσεως των εκπομπών προς πρόληψιν πάσης μεταδόσεως δυνάμενης καθ’ οιονδήποτε τρόπον να βλάψει τα συμφέροντα του κράτους και του ραδιοφωνικού σταθμού. 

Επειδή όμως διεπιστώθη ότι υμείς, λόγω της φύσεως της υπηρεσίας σας, απαιτούσης απόλυτον προσοχήν διά την ρύθμιση του ήχου, δεν δύνασθε να παρακολουθήσετε και το περιεχόμενον της εκπομπής, διά τούτο η υπηρεσία ημών ανέθεσεν την άσκησιν της υπηρεσίας ταύτης εις υπαλλήλους αποκλειστικώς απασχολούμενους με την παρακολούθησιν της εκπομπής.

Κατά συνέπειαν επειδή ενδέχεται εν απολύτω ανάγκη να απαιτηθεί και διακοπή της εκπομπής, παρακαλούμεν υμάς όπως εν τοιαύτη περιπτώσει τόσον κατ’ αίτησιν του υπαλλήλου ελέγχου όσον και υμείς εν ενδεχομένη περιστάσει προβείται εις την διακοπήν της εκπομπής. 

Εντολή Γενικού Διευθυντού

Ο επόπτης ασφαλείας ΥΠΕ Διον. Μπαζίνας”

Ο περιορισμός της ελευθερίας της έκφρασης δεν αφορούσε, βέβαια, μόνο τον Τύπο, αλλά και τις τέχνες και τα γράμματα. Τραγούδια και ποιήματα απαγορεύονται και ομάδες λεγόμενων “συνειδητοποιημένων πολιτών” ή απλώς… “κατοίκων” καίνε σε πλατείες και δημόσιους χώρους αμέτρητα βιβλία. 

Οι ανακοινώσεις που καλούσαν ήδη από τις 16 Αυγούστου 1936 τον κόσμο στον δημόσιο αυτό κανιβαλισμό, προκαλούν ακόμα και σήμερα ανατριχίλα: 

«Η Εθνική Φοιτητική Νεολαία Πειραιώς, προβαίνουσα εις την εξαφάνισην ολοκλήρου σειράς κομμουνιστικών εντύπων την προσεχήν Κυριακήν ώρα 8 μ.μ. εν τη πλατεία Πασαλιμανίου Πειραιώς, προσκαλεί άπαντες τους εθνικόφρονας νέους, όπως προσέλθουν εν τη πλατεία Τερψιθέας ίνα εν σώματι μεταβούν και συμμετάσχουν εις την τελετήν».
«Καλούνται άπαντες οι εθνικόφρονες γονείς της πόλεως Πειραιώς όπως προσέλθουν κομίζοντας μεθ’ εαυτών άπαντα τα κομμουνιστικά διδακτικά βιβλία των σχολείων, ίνα καώσι ομού μετά σειράς ολοκλήρου κομμουνιστικών εντύπων τη ενέργεια της Εθνικής Φοιτητικής Νεολαίας Πειραιώς

Επιτροπή Γονέων Πειραιώς».

Ο δικτάτορας Μεταξάς, για να καταφέρει να πείσει τους δημοσιογράφους της εποχής, αυτοπαρουσιάζεται κι εκείνος ως “συνάδελφος δημοσιογράφος”, σχεδόν με τον ίδιο τρόπο που είχε παρουσιαστεί και ο Γκέμπελς τον Μάρτιο του 1933. Στο λόγο που εκφώνησε για τους δημοσιογράφους στην Θεσσαλονίκη στις 25 Οκτωβρίου 1936, ο Μεταξάς δήλωσε ότι, ως δημοσιογράφος, είχε επίγνωση όλων των προβλημάτων και δυσκολιών της δημοσιογραφίας, καθώς και της σπουδαίας αποστολής τους. Ισχυρίστηκε, ωστόσο, ότι περισσότερο από δημοσιογράφος ήταν πολιτικός, και με αυτή την ιδιότητα ενδιαφερόταν να διαμορφώσει, μάλλον, την κοινή γνώμη παρά να την εκφράσει λέγοντας ότι:

Αφίσα δικτατορικής νεολαίας
Είναι πράγμα σπουδαιότατο, για έναν που κυβερνάει έναν τόπο, να έχη τον Τύπο βοηθό. Γιατί ναι μεν δεν ημπορούμε να πούμε ότι εμείς μορφώνουμε την κοινή γνώμη, γιατί σήμερα μορφώνεται μοναχή της από τις επιδιώξεις και τα συμφέροντα της κοινωνίας, αλλά την εκδηλώνουμε όμως την κοινή γνώμη […] με τον ημερήσιο Τύπο. Γι’ αυτό εννοείτε πολύ καλά τι όργανο μεγάλο είναι ο Τύπος, όταν είναι στη διάθεση μιας Εθνικής Κυβερνήσεως […] για την υποστήριξη του έργου της.”
Η στάση της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου σκληραίνει στις 22 Φλεβάρη του 1938 με τον Αναγκαστικό Νόμο 1092 “Περί Τύπου”. Εισήγαγε αυστηρότατους κανονισμούς ως προς την κάλυψη των ειδήσεων και επέβαλε υψηλά πρόστιμα για τα άρθρα που δημοσιεύονταν “άνευ εγκρίσεως”. Οι εφημερίδες ήταν υποχρεωμένες να δημοσιεύουν όλο το υλικό του Υφυπουργείου Τύπου και Τουρισμού που έφερε την ένδειξη “υποχρεωτικό” και στο οποίο συμπεριλαμβάνονται πολλές ειδήσεις από το εξωτερικό και κυρίως την Γερμανία, στα πλαίσια μιας πολύ καλά ενορχηστρωμένης εκστρατείας της γερμανικής προπαγάνδας. 
Ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης, που εργαζόταν τότε στο νεοσύστατο Υφυπουργείο Τύπου και Τουρισμού, σχολιάζει το ρόλο των δημοσιογραφικών οργάνων του καθεστώτος:
“Μοίραζαν στις εφημερίδες τους λόγους των επισήμων ή των φίλων τους, με ακριβή προσδιορισμό της θέσης και του τρόπου που θα δημοσιευότανε· εντολές για τα διάφορα σχόλια, ή το κύριο άρθρο, που γραφότανε τη νύχτα αδιάφορα και νυσταλέα. Αυτά γινότανε όπως-όπως και τους ήταν αρκετά. «Γιατί θα βγάλουμε δική μας εφημερίδα, αφού όλες οι εφημερίδες του πανελληνίου είναι δικές μας;» […]. Έπειτα ο βαθύτερος φόβος τους ήταν πως η κυκλοφορία μιας εφημερίδας είναι ένα καθημερινό δημοψήφισμα – και δεν είχαν καμιά διάθεση να το κάνουν.”
Η πλήρης συνεργασία των ιδιοκτητών και αρχισυντακτών των εφημερίδων της εποχής απέφερε πολλά προνόμια αλλά κι ακόμη περισσότερα κέρδη. Ο επαρχιακός τύπος αναβαθμίζεται και τεράστια κρατικά κονδύλια ενισχύουν την κυβερνητική προπαγάνδα σε όλη την Ελλάδα, ενώ οι περισσότερες από τις εφημερίδες του εξωτερικού εκθειάζουν το καθεστώς Μεταξά για την αντίστασή του στον κομμουνισμό. 
Της επικείμενης ιταλικής επίθεσης του 1940 προηγήθηκε μια επιφανειακή ενωτική κίνηση μπροστά στην έκρηξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Αρκετές πολιτικές προσωπικότητες που είχαν χαρακτηριστεί “αντιφρονούντες” αποφυλακίζονται ή επιστρέφουν από τις εξορίες εφόσον δήλωναν πρώτα υποστηρικτές της “εθνικής υπόθεσης” της δικτατορίας Μεταξά. Ακόμη και ο φυλακισμένος Νίκος Ζαχαριάδης είχε στείλει επιστολή υποστήριξης στον “κυβερνήτη”. Παρόλα αυτά, οι κομμουνιστές δεν εξαιρέθηκαν από τις ευεργετικές διατάξεις του δικτάτορα.
Όταν τα γερμανικά στρατεύματα έμπαιναν στις 27 Απριλίου του 1941 στην Αθήνα, ο ραδιοφωνικός σταθμός των Αθηνών μετά από λίγο αλλάζει χέρια. Όλα τα μέσα ενημέρωσης της Ελλάδας μπαίνουν στον έλεγχο των Γερμανών κατακτητών. Καμία φωνή πέρα από αυτή των ναζί δεν αναμεταδίδεται, ούτε γράφεται στις εφημερίδες και τα περιοδικά.
Η Εθνική Αντίσταση απλώθηκε σε ολόκληρη την Ελλάδα με γοργούς ρυθμούς. Ζωτικής σημασίας εργαλείο της ήταν τα δεκάδες παράνομα έντυπα που κυκλοφορούσαν από χέρι σε χέρι κρυφά από τους Γερμανούς, τους Ιταλούς και τους ντόπιους συνεργάτες τους. Στήνονται χειροκίνητοι πολύγραφοι και παλιά αυτοσχέδια τυπογραφεία. Εφημερίδες και περιοδικά, δελτία ειδήσεων και πληροφοριών, μονόφυλλα, τρύκ και προκηρύξεις ανεξαρτήτου πολιτικού χρώματος αλλάζουν χέρια με μεγάλη ταχύτητα. 
Ο Ριζοσπάστης της Παλιάς Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ κυκλοφορεί μέχρι το καλοκαίρι του 1941 προτάσσοντας την ανάγκη ενός Εθνικού Μετώπου Απελευθέρωσης και το “Ξύπνημα” μεταφέρει τον λόγο της Κομματικής Οργάνωσης Αθήνας του ΚΚΕ. Μετά την ίδρυση του ΕΑΜ εκδίδονται οι εφημερίδες Μάχη, Εργατικό Βήμα και Εθνική Αλληλεγγύη ενώ το Εθνικό Ενωτικό Κόμμα κυκλοφορεί την εφημερίδα “Μεγάλη Ελλάς”.
Οι Γερμανοί βρήκαν ένα οργανωμένο σύστημα λογοκρισίας στην Ελλάδα. Στην αρχή δεν έδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον να αλλάξουν τα πράγματα που ήδη ίσχυαν, ενώ λίγο αργότερα έδωσαν στην κυβέρνηση Τσολάκογλου την αρμοδιότητα να ελέγχει τον ελληνικό Τύπο. Με την έναρξη της Κατοχής διακόπτεται η κυκλοφορία της εφημερίδας “το Έθνος”, κυρίως για την εκμετάλλευση των εγκαταστάσεων της για την έκδοση της ιταλόγλωσσης “Giornale d’ Italia” και της γερμανόγλωσσης “Deutsche Nachrichten fur Griechenland”. 
Ιδρύονται τρεις εταιρίες για τον έλεγχο του ελληνικού Τύπου και, περισσότερο με προθυμία παρά υπό καθεστώς βίας, οι Έλληνες επιχειρηματίες λαμβάνουν μέρος συνυπογράφοντας τα ιδρυτικά καταστατικά με τους απεσταλμένου του Γκέμπελς και του Ρίμπερντροπ. Το γεγονός αυτής της εκούσιας συνεργασίας των επιχειρηματιών του Τύπου καταδικάστηκε μετά την απελευθέρωση. Ωστόσο, οι εφημερίδες που ανήκαν στο γερμανικό κατοχικό συγκρότημα Τύπου, το λεγόμενο “Mundus”, παρόλο που δεν επανεκδόθηκαν ως είχαν, αλλάζουν τα ονόματά τους. Έτσι ο Δημήτρης Λαμπράκης μετονομάζει τα “Αθηναϊκά Νέα” σε “Νέα” και το “Αθηναϊκό Βήμα” σε “Βήμα”. 
Ακόμη και η χρήση υλικού για την αναμετάδοση μη εγκεκριμένων πληροφοριών και ειδήσεων, τιμωρείται από τους κατακτητές με θάνατο. Χαρακτηριστική είναι η ανακοίνωση της εκτέλεσης του Αθηναίου Ηλία Κανάρη από την εφημερίδα Καθημερινή, στις 28 Φλεβάρη 1943:
“Δι΄ αποφάσεως υπο ημερομηνίαν 4.1.43 ο Ελλην πολίτης Ηλίας Κανάρης εξ Αθηνών γενηθείς το 1901 κατεδικάσθη εις θάνατον, λόγω απόπειρας φόνου, απηγορευμένης κατοχής όπλων και συσκευής ασυρμάτου. Ο καταδικασθείς ήτο, παρά τας σχετικάς απαγορευτικάς διατάξεις, κάτοχος πιστολίου έτοιμου προς βολήν, συσκευής ασυρμάτου και λείας πολέμου. Κατα την πρώτην σύλληψίν του εδραπέτευσαι και προέβη εις απόπειραν φόνου. 

Η απόφασις εξετελέσθη την 24.2.1943 δια τυφεκισμού.”

Το 1944 ο ΕΑΜικός συνασπισμός εκδίδει στην επικράτεια 116 τίτλους, μεταξύ των οποίων η “Ελεύθερη Ελλάδα και ο “Απελευθερωτής”, η απογευματινή εφημερίδα “Λαοκρατία” και τα “Ραδιοφωνικά Νέα” του ΕΑΜ Αθήνας. Το ΚΚΕ εκδίδει 93 τίτλους, μεταξύ των οποίων τον “Ριζοσπάστη” και το “Εσωκομματικό Δελτίο”. Στην άλλη πολιτική πλευρά, η κινητικότητα είναι ανύπαρκτη. Ο διχασμός που είχε ήδη σχηματιστεί λίγο πριν το τέλος του πολέμου είχε οδηγήσει σε έναν αντικομμουνιστικό λόγο, ο οποίος διακινούνταν κυρίως με τη μορφή συνθημάτων και σποραδικών περιορισμένων εκδόσεων. 
Δεκάδες τα παράνομα κατοχικά φύλλα

Ο εμφύλιος πόλεμος βγάζει στην παρανομία χιλιάδες Έλληνες. Οι αντάρτες της Κατοχής διώκονται ως πράκτορες των κομμουνιστών. Ο νόμος 509 της 27ης Σεπτεμβρίου 1947, θέτει εκτός νόμου το ΚΚΕ και ο νόμος 516 της 8ης Ιανουαρίου 1948 στηρίζει το θεσμό των “πιστοποιητικών νομιμοφροσύνης”. Η ελευθερία της έκφρασης καταργείται και οι εμπλεκόμενοι στα αριστερά μέσα ενημέρωσης της περιόδου της Κατοχής οδηγούνται στα στρατοδικεία. Όλοι οι Έλληνες πολίτες θεωρούνται εν δυνάμει ύποπτοι εκτέλεσης παράνομων πράξεων.

Έναν από τους ελάχιστους τρόπους δημόσιας έκφρασης μέσα από κωδικοποιημένα μηνύματα αποτελεί το ρεμπέτικο τραγούδι. Η κυκλοφορία “παράνομων” ιδεών διώκεται και το ρεμπέτικο αποτελεί το στήριγμα όσων νιώθουν ότι πνίγονται από ένα καθεστώς φόβου και βίας. Μία σειρά από “απαγορευμένα ρεμπέτικα” που ήδη διώκονταν πριν από την περίοδο του πολέμου, αναβιώνουν στα τέλη του εμφυλίου πολέμου και στην μετεμφυλιοπολεμική Ελλάδα. 
Το 1948 ο Βασίλης Τσιτσάνης γράφει το “Κάνε λιγάκι υπομονή” ή αλλιώς “Μην απελπίζεσαι”. Ο Τσιτσάνης, θέλοντας να παραπλανήσει τη λογοκρισία, βάζει στο τραγούδι του ερωτικά στοιχεία, αλλά ουσιαστικά εκφράζει την ελπίδα ότι πολύ σύντομα η Ελλάδα θα έβγαινε από το αδιέξοδο και θα απαλλασσόταν από τα δεινά της δεκαετίας του 1940.
Το 1951 το “Κάνε λιγάκι υπομονή” περιλαμβάνεται στον κατάλογο των απαγορευμένων ρεμπέτικων που εξέδωσε η Γενική Ασφάλεια Αθηνών. Ο φόβος και οι πολιτικές διώξεις φιμώνουν τον Τύπο και οι εφημερίδες της εποχής προάγουν έναν έντονο αντικομμουνισμό, στηρίζοντας τις ελληνικές κυβερνήσεις με όλες τους τις δυνάμεις.
Τα φοιτητικά κινήματα των τελών της δεκαετίας του 1950 και αρχές του ’60 αλλά και οι δυναμικές απεργίες της εποχής αλλάζουν το πολιτικό κλίμα. Η εκτόξευση της ΕΔΑ αναθαρρεί τους συντάκτες των εφημερίδων και τους ραδιοφωνικούς παραγωγούς, την ώρα που το δεξιό παρακράτος, ελεγχόμενο κατά ένα μεγάλο ποσοστό από την ίδια την κυβέρνηση, χτυπά ανελέητα κάθε πολιτική δραστηριότητα. 
Στις 24 Αυγούστου του 1952 είχε πρωτοκυκλοφορήσει η εφημερίδα “Η Αυγή”, στην αρχή ως όργανο της ΕΔΑ κι έπειτα ως όργανο του ΚΚΕ Εσωτερικού. Η εφημερίδα ασκεί σκληρή κριτική στις αυταρχικές διαθέσεις του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ιδίως μετά τις εκλογές νοθείας και βίας του 1956 και του 1961. Εκτεταμένες διώξεις και εκτοπίσεις αριστερών λαμβάνουν χώρα υπό την ευλογία των Ανακτόρων, ενώ τα γραπτά που δεν είναι αρεστά στην κυβέρνηση θεωρούνται ως υποκίνηση στον κομμουνισμό. Στις θέσεις κλειδιά των σωμάτων ασφαλείας έχουν τοποθετηθεί ακροδεξιά στοιχεία, ενώ ροπαλοφόροι ξυλοκοπούν δημοσιογράφους και άλλες διάσημες αντικυβερνητικές φωνές. Η περίοδος 1955 ως 1963 δημιούργησε ένα πρωτοφανές αστυνομικό κράτος με τους έμμισθους πράκτορες της ΚΥΠ να φτάνουν τους 60.000, ξεπερνώντας σε αναλογία με το σύνολο του πληθυσμού, ακόμη και την ανατολικογερμανική Στάζι.
Χαρακτηριστικές είναι οι απαγορεύσεις θεατρικών παραστάσεων όπως οι Όρνιθες του Καρόλου Κουν στο Ηρώδειο το 1959, και η κινηματογραφική ταινία “Συνοικία το όνειρο” του Αλέκου Αλεξανδράκη, η οποία προκαλεί τεράστιες πολιτικές αντιδράσεις και τελικά λογοκρίνεται από την κυβέρνηση Καραμανλή. Η κριτική του Τύπου κάνει την κυβέρνηση να αναθεωρήσει την απόφασή της και να επιτρέψει την προβολή της ταινίας μόνο στα μεγάλα αστικά κέντρα. Μέχρι τη στιγμή που ακούγονται από τα ραδιόφωνα οι απαγορεύσεις της χούντας των συνταγματαρχών.
Ο ερχομός της Χούντας φέρει για μία ακόμη φορά πολιτικές διώξεις, λογοκρισία και φίμωση του Τύπου. Η εφημερίδα Αυγή είναι από τις πρώτες που απαγορεύεται η κυκλοφορία τους, ενώ από την 21η Απριλίου του 1967 επιβάλλεται προληπτική λογοκρισία στα μέσα ενημέρωσης, τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο και το τραγούδι. Ιδρύεται η τηλεοπτική Υπηρεσία Ενημερώσεως Ενόπλων Δυνάμεων, ή αλλιώς ΥΕΝΕΔ, η οποία προβάλλει ημερησίως δικτατορική προπαγάνδα. Κάθε λογής έργα, αληθινά ή ψεύτικα, αμέτρητες γιορτές για κάθε περίσταση κι ένα κλίμα ευφορίας και ανάπτυξης προβάλλεται καθημερινά στις τηλεοράσεις. Οι εφημερίδες Καθημερινή, Μεσημβρινή και Ελευθερία κλείνουν, ενώ οι λογοτέχνες και οι ποιητές, ιδίως όσοι έχουν αγωνιστικό παρελθόν, παύουν να εκδίδουν τα γραπτά τους, ακολουθώντας μια άτυπη “σιγή ασυρμάτου”. 
Πανεπιστημιακά συγγράμματα λογοκρίνονται εξασφαλίζοντας στους δικτάτορες ολοκληρωτικό έλεγχο στις ανώτατες σχολές ενώ ο Αναγκαστικός Νόμος 129/67 “Περί Οργάνωσης και Διοίκησης Γενικής Εκπαίδευσης” που προωθήθηκε τον Αύγουστο του 1967 αποσκοπούσε στην άσκηση των μαθητών στα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη και το φρονηματισμό των μαθητών όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης.
Τα Νέα 24/4/1967

Ένοπλοι αξιωματικοί εισβάλουν στις εφημερίδες και ελέγχουν κάθε κίνηση των δημοσιογράφων. Ταγματάρχες και συνταγματάρχες επισκέπτονται συχνά τα συντακτικά γραφεία, ενώ ο δικτάτορας Παπαδόπουλος έλεγε ότι… “επιτρεπόταν η κριτική και οι εισηγήσεις επί εθνικών θεμάτων, αλλά όχι η δημαγωγία”.

Οι σκληρότερη περίοδος της λογοκρισίας ήταν η τριετία 1967 – 1969. Σε κατασκευασμένο ρεπορτάζ της εποχής γράφεται ότι “Η 21η Απριλίου απήλλαξε τον λαόν από το άγχος”. Στις 3.10.1968 κηδεύεται ο Γεώργιος Παπανδρέου και η χούντα επιτρέπει την κάλυψη της. Η πορεία του κόσμου εξελίσσεται σε μια τεράστια αντιδικτατορική πορεία. Κι όμως, τα δημοσιεύματα της επόμενης μέρας γράφουν ότι: “Το αποτέλεσμα ήτο απογοητευτικόν δια του εκ συστήματος καπήλους. Ο λαός δεν ανταποκρίθει εις τα κελεύσματά των. Αντιθέτως οι ίδιοι προέβησαν εις αυτοαναίρεσιν του ισχυρισμού των περί δικτατορίας εν Ελλάδι. Το προϋπολογισθέν “μέγα” πλήθος περιωρίσθη εις ωργανωμένας νησίδας αξιοθρήνητων κεκρακτών”. Τα κινηματογραφικά “Επίκαιρα” της εποχής, δεν έδειξαν ούτε ένα πλάνο από την κηδεία. Ο Παντελής Βούλγαρης κατέγραψε με δική του κάμερα τη τεράστια αυτή συγκέντρωση, που ο Τύπος της εποχής φίμωσε. 
Ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της περιόδου της χούντας ήταν η δίκη του Αλέκου Παναγούλη μετά την αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα Παπαδόπουλου, η οποία πραγματοποιήθηκε μία μέρα μετά την κηδεία του Γεωργίου Παπανδρέου. Ένας από τους περίφημους λογοκριτές της εποχής, ο Συνταγματάρχης Βρυώνης, έκοψε ακόμη και το δελτίο τύπου της δίκης που το συνέταξαν οι δικοί του άνθρωποι. Στο φιλμ της δίκης δεν προβάλλεται κανένα σημείο της απολογίας του Παναγούλη. Ένα βίντεο χωρίς ήχο που αποκαλύφθηκε πολύ αργότερα, δείχνει τον Παναγούλη να φωνάζει στους χουντικούς ότι είναι ντροπή που έφεραν ψευδομάρτυρα. Αψηφά τους φρουρούς που τον κρατούν γερά και τα βάζει με ολόκληρο το καθεστώς.
Μερικοί από τους λογοκριτές της χούντας των Συνταγματαρχών ήταν δημοσιογράφοι, πολλοί εκ των οποίων είχαν ανασυρθεί από τη μηχανή λογοκρισίας του δικτάτορα Μεταξά. Είχαν κυρίως ρόλο βοηθητικό στο έργο των στρατιωτικών. Ο ίδιος ο δικτάτορας Παπαδόπουλος έλεγε ότι τα άτομα που είχε τοποθετήσει ως λογοκριτές ήταν “ζώα και ηλίθιοι”. Χαρακτηριστικό είναι επίσης το γεγονός ότι η λογοκρισία δεν ίσχυε για τους ξένους ανταποκριτές, οι οποίοι μπορούσαν να δημοσιεύσουν κριτική στο καθεστώς, υπό τον κίνδυνο, βέβαια, να απελαθούν αν κι εφόσον τα γραπτά τους δεν ήταν αρεστά στους δικτάτορες.
Ο θεωρητικός της Χούντας και υφυπουργός παρά τω προθυπουργώ, Γεώργιος Γεωργαλάς, περνούσε πολλά μηνύματα που άρεσαν σε κομμάτι του κόσμου. Ήταν ο άνθρωπος που είχε το μεγαλύτερο ρόλο στον τομέα της λογοκρισίας. Είχε μόνιμη εκπομπή στην τηλεόραση όπου προωθούσε την χουντική προπαγάνδα, κάτι σαν ένα μάθημα δικτατορικής διαπαιδαγώγησης. Τα σχολεία και τα πανεπιστήμια αναπαράγουν τις ομιλίες τους. Οργώνει την Ελλάδα και επιδιώκει τη διείσδυση στη νεολαία. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ο ίδιος και η οικογένεια του είχαν έντονο κομμουνιστικό παρελθόν, χρησιμοποιώντας τις γνώσεις του σε βάρος των συντρόφων του. 
Στην Ελλάδα της περιόδου 1967 – 1974 δημιουργείται ένα τεράστιο κύκλωμα που χαρακτηρίστηκε “αντιδικτατορικός τύπος”. Πρόκειται για ένα ευρύτατο φάσμα εντύπων τα οποία κυκλοφόρησαν σε Ελλάδα και εξωτερικό παράνομα. Μία ιδιαίτερη ενότητα αποτελούσαν οι εκδόσεις πολιτικών κρατουμένων. Εντάχθηκαν στην αριστερή παράδοση που συνδέεται με τις μακροχρόνιες εξορίες και φυλακίσεις. Είναι χειρόγραφα και μοιράζονταν κρυφά από χέρι σε χέρι. Μερικά από αυτά ήταν τα Τετράδια και η Νέα Φρουρά που εκδίδονταν στις φυλακές Κορυδαλλού από μέλη του Ρήγα Φεραίου και της ΚΝΕ αντίστοιχα. Σκοπό είχαν την πολιτική, αλλά κυρίως ηθική, στήριξη των κρατουμένων. 
Η πτώση της χούντας και η επιστροφή της δημοκρατίας στην Ελλάδα δεν έφεραν τα αποτελέσματα που όλοι περίμεναν. Ο κομμουνισμός νομιμοποιήθηκε αμέσως, όχι όμως και ο Ριζοσπάστης, ενώ ο φόβος για την επιβολή νέου δικτατορικού καθεστώτος διατήρησε πολλές άκρως συντηρητικές ιδέες του παρελθόντος. Η απαγόρευση των πρώτων εορτασμών του Πολυτεχνείου και η εχθρότητα των αστυνομικών αρχών στη διάδοση των ιδεών του σε συνδυασμό με τη χαλαρότητα που αντιμετωπίστηκαν οι περισσότεροι βασανιστές και όργανα της χούντας έφεραν πολλές αντιδράσεις, με τον κόσμο να  συνεχίζει να ζει κάτω από ένα καθεστώς φόβου από τις ακροδεξιές παραφυάδες.
Η τέχνη κυνηγιέται ακόμη. Ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια που απαγορεύονται από το, κατά τα άλλα, δημοκρατικό καθεστώς της Μεταπολίτευσης είναι ο δίσκος “Εν Λευκώ” του Παύλου Σιδηρόπουλου, η μετάδοση του οποίου απαγορεύτηκε σε όλους τους ραδιοφωνικούς σταθμούς. Η ‘Ύστατη Στιγμή” του 1982 σοκάρει τους κυβερνώντες και απαγορεύεται για “προσβολή της δημοσίας αιδούς”
Το χρόνια της Μεταπολίτευσης πέρασαν με πολλές τραγελαφικές καταστάσεις που αφορούσαν, κυρίως, το χώρο του πειρατικού ραδιοφώνου. Το “Ράδιο του Δρόμου” που φιλοξενεί αριστερές και ριζοσπαστικές φωνές κλείνει το 1982, μερικούς μήνες μετά την έναρξη των μεταδόσεων του, ενώ οι αστυνομικές δυνάμεις οργώνουν τις γειτονιές ψάχνοντας για τους περίφημους ραδιοπειρατές. 
Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Οι περιπτώσεις της σύλληψης του Κώστα Βαξεβάνη, η καθαίρεση του Κώστα Αρβανίτη και της Μαριλένας Κατσίμη, το λογοκριμένο γκέι φιλί του Downton Abbey της ΕΡΤ, οι συνεχείς αναφορές για “ροζ και κόκκινους δημοσιογράφους” και οι απειλές από τους αυλικούς της κυβέρνησης του Αντώνη Σαμαρά ολοκληρώθηκαν με το κλείσιμο της ΕΡΤ. Η μανία να εξαφανιστεί το σήμα της δημόσιας τηλεόρασης ήταν τέτοια, που οι κυβερνώντες δεν σκέφτηκαν καν τι θα γίνει με τις τρέχουσες υποχρεώσεις των σταθμών. Τα προγράμματα θα μοιραστούν στα ιδιωτικά κανάλια, η διαφημιστική πίτα θα ξαναμοιραστεί και οι κάτοικοι των παραμεθόριων περιοχών και του εξωτερικού θα σταματήσουν να παρακολουθούν ελληνική τηλεόραση. 
Το κλείσιμο της ΕΡΤ θύμισε σε πολλούς τα νεανικά τους χρόνια. Το θέατρο της Δευτέρας, την Θεία Λένα, την Αθλητική Κυριακή. Σήμερα, ακόμη και ο διαδικτυακός τόπος της ΕΡΤ είναι κλειστός. Τα αρχεία της μη προσβάσιμα, όπως και οι εκπομπές της. Η νέα δημοσία τηλεόραση θα ανοίξει κάποια στιγμή στο μέλλον, όσο το διάταγμα νομοθετικού περιεχομένου συνεχίσει να ισχύει. 
Το μαύρο στις συχνότητες της ΕΡΤ και η σιωπή στα ραδιόφωνά της θυμίζει άλλες, βάρβαρες εποχές. Εποχές που ακόμη κι εκείνα τα καθεστώτα, δεν τόλμησαν να σιγήσουν εντελώς τις δημόσιες ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες.

@polyfimos

Η έρευνα αυτή έγινε στα πλαίσια της εκπομπής “Χαμηλή Αυτοεκτίμηση” του radiobubble. Το ηχητικό της εκπομπής είναι ΕΔΩ

ΠΗΓΕΣ: αρχείο ΕΡΤ, Ριζοσπάστης, Το Ποντίκι, Ελευθεροτυπία, Η Μηχανή του Χρόνου, Σαν Σήμερα, Metaxas Project, Μελέτη: “Ο Παράνομος Τύπος στις συλλογές του ΑΣΚΙ (1936 – 1974) Από τη δικτατορία του Μεταξά στη Μεταπολίτευση, Αρχειακό Ξεφύλλισμα, Wikipedia

Advertisements