Το κινέζικο "θαύμα"

Posted on June 3, 2013

2



Αναδημοσίευση από το radiobubble

Η Κίνα αποτελεί σήμερα την δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, με προοπτική να τις ξεπεράσει μέχρι το 2020. Όλα αυτά σε μία χώρα όπου πάνω από 900 εκατομμύρια πολίτες ζουν με εισοδήματα χαμηλότερα των 5 δολαρίων την ημέρα, 100 εκατομμύρια βρίσκονται κάτω από τα όρια της φτώχειας και 83 από τους συνολικά 212 ντόπιους δισεκατομμυριούχους, κάθονται στα έδρανα της μονοκομματικής κινεζικής βουλής.

Πίσω στη δεκαετία του ‘50 και του ’60, την “Πολιτιστική Επανάσταση” και το μαοϊκό “Μεγάλο Βήμα προς τα εμπρός”, η Κίνα ήταν μία φτωχή αγροτική χώρα. Ο αρχικός στόχος βιομηχανοποίησής της απέτυχε και η στροφή προς το δρόμο του ατσαλιού και της γεωργίας είχε τραγικά αποτελέσματα. Η επίθεση του καθεστώτος σε οτιδήποτε αντιπροσώπευε τη διανόηση και τις επιστήμες εκδηλώθηκε με ένα κύμα βίαιων μετεγκαταστάσεων αστικών πληθυσμών στην αγροτική ύπαιθρο. 


Εκατομμύρια άνθρωποι πέθαναν, βασανίστηκαν, εξορίστηκαν και διώχθηκαν για τις πολιτικές και θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, σε μία χώρα όπου μετά το θάνατο του Μάο Τσε Τουνγκ κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί την εξέλιξή της.

Την αλλαγή φέρνει στα τέλη της δεκαετίας του 1970 ο διάδοχος του Μάο, ο Ντένγκ Ξιαοπίνγκ. Ρεφορμιστής και στόχος της Κόκκινης Φρουράς την περίοδο της Πολιτιστικής Επανάστασης, διώχθηκε ο ίδιος και η οικογένεια του από τους Μαοϊκούς υπό το φόβο της διολίσθησης της Κίνας σε καπιταλιστικά πρότυπα. Δούλεψε για τέσσερα χρόνια ως απλός εργάτης, περίοδος όπου αφοσιώθηκε στη συγγραφή των εκσυγχρονιστικών του ιδεών.

Όταν η περιβόητη “Συμμορία των Τεσσάρων”, μία ακραία εκδοχή του Μαοϊκού καθεστώτος υπό την καθοδήγηση της συζύγου του ηγέτη της Κίνας, Τσιάνγκ Τσινγκ, ζητά από τον Ντενγκ Ξιαοπίνγκ να αναθεματίσει τις ιδέες του ως επικίνδυνες, εκείνος αποκηρύσσει τα γραπτά του αλλά δεν μετανοεί για την επιλογή του να αμφισβητήσει το καθεστώς. Θεωρεί ότι έχει δίκιο σε ότι είπε και έγραψε.

Η ηγετική επιρροή του Ντενγκ Ξιάοπίνγκ στους παλαιοστρατιωτικούς παράγοντες ήταν τέτοια που ο θάνατος του Μάο και η διάλυση της “Συμμορίας των Τεσσάρων” τον έφεραν στην κορυφή της ηγεσίας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας. Απερίσπαστος από μαοϊκές επιρροές ανοίγει τα σύνορα της χώρας, επιδιώκει την επαφή με δυτικούς ηγέτες και απομυθοποιεί την μαοϊκή Κίνα.

Deng Xiaoping

Οι μεταρρυθμίσεις της μετά – Μάο Κίνας έδειξαν από την αρχή τους σκοπούς της ηγεσίας του κόμματος. Παρά την λαϊκή απήχηση και την υποστήριξη των στρατιωτικών, η μερική φιλελευθεροποίηση της αγοράς έφερε την πολιτική διαπλοκή στους χώρους του ΚΚΚ. Οι, έως τότε, σταθερά χαμηλές τιμές των αγαθών χωρίζονται σε δύο κατηγορίες, δημιουργώντας τη δυνατότητα ελέγχου ενός μέρους αυτών από την άρχουσα πολιτική ελίτ. 

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την κερδοσκοπία των ευνοημένων παραγόντων του κόμματος εις βάρος του κόσμου. Μία αγορά με παραδοσιακή έλλειψη αγαθών απορυθμίζεται εντελώς από το παραεμπόριο και τη μαύρη αγορά, γεγονός που συνδυάστηκε με τον περαιτέρω περιορισμό της ροής του χρήματος στα τέλη της δεκαετίας του 1980.


Προϊόντα σε έλλειψη πωλούνταν από μία κάστα ευνοημένων ιδιωτών, με αποτέλεσμα τη δημιουργία μίας αγοράς δύο ταχυτήτων. Ιδιώτες καλλιεργητές γης απέκτησαν τη δυνατότητα να εκμεταλλεύονται τις αγροτικές απολαβές πληρώνοντας ένα μέρισμα των κερδών τους στο κράτος, ενισχύοντας με αυτόν τον τρόπο την πρώτη φάση της οικονομικής αναδόμησης της Κίνας των εκατομμυρίων νεκρών του μαοϊκού “Μεγάλου Βήματος προς τα εμπρός”.

Ο δρόμος για τις ιδιωτικές επενδύσεις ανοίγει και μαζί του προωθούνται μεγαλύτερες ευκαιρίες για φτηνές και άκρως επικερδείς επενδύσεις. Οι συμπιεσμένοι και κρατικά ελεγχόμενοι μισθοί που άφησε ως παρακαταθήκη το μαοϊκό καθεστώς, ήταν ένα τεράστιο δέλεαρ για τα διεθνή και εγχώρια κεφάλαια.

Δημιουργούνται, για πρώτη φορά στη χώρα, οι περίφημες ειδικές οικονομικές ζώνες. Πρόκειται για ολόκληρες γεωγραφικές περιοχές στα κινέζικα παράλια και την ενδοχώρα, στις οποίες ισχύει ένας και μοναδικός νόμος: αυτός της ελεύθερης αγοράς χωρίς κανένα περιορισμό. Καθεστώτα μέσα στο ίδιο το κυρίαρχο καθεστώς, όπου έδιναν το ελεύθερο στους επενδυτές να πράξουν κατά το δοκούν. Είτε αυτό αφορά το μισθολογικό κόστος της επιχείρησής του, είτε το περιβαλλοντολογικό.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το, άλλοτε μικρό, χωριό Σένζεν, βόρεια του Χονγκ Γκονγκ. Ήταν η πρώτη και πιο επιτυχημένη ειδική οικονομική ζώνη της νέας φιλελεύθερης Κίνας του Ντενγκ Ξιαοπίνγκ. Οι ξένες επενδύσεις ύψους τουλάχιστον 30 δισεκατομμυρίων δολαρίων μετέτρεψαν σταδιακά το Σένζεν σε μία πόλη που αριθμεί σήμερα περισσότερους από 12 εκατομμύρια κατοίκους, αποτελώντας το άτυπο τεχνολογικό κέντρο της Κίνας.

Η ιδεολογία του “Σοσιαλισμού με Κινεζικά χαρακτηριστικά” που προωθεί το ΚΚΚ τίθεται άμεσα σε εφαρμογή από το 1979 στο Σένζεν. Η πόλη αυτή φιλοξενεί σήμερα μερικές από τις μεγαλύτερες τεχνολογικές εταιρίες του κόσμου, όπως την διαβόητη ταϊβανέζικη FoxConn, έναν από τους κυριότερους προμηθευτές της Apple. 

Το Σένζεν αποτέλεσε αμέσως τον επίγειο παράδεισο κάθε φιλελεύθερου επιχειρηματικού μυαλού. Ανυπαρξία εργατικής νομοθεσίας, μηδαμινοί περιβαλλοντικοί περιορισμοί, ελαστικές μεταναστευτικές διατάξεις και φτηνή γη. Οι τέλειες προϋποθέσεις για επενδύσεις. Όλα αυτά, με ένα λιμάνι έτοιμο να υποδεχθεί αμέτρητες ανθρώπινες ψυχές με αντάλλαγμα τα πολύτιμα εμπορεύματα που θα παράγουν. 


3-5 δισεκατομμύρια δολάρια είναι οι ετήσιες επενδύσεις τα τελευταία χρόνια στο Σένζεν. Ο γενικός εργασιακός κανόνας είναι ένας. Χαμηλόμισθη και με συγκεκριμένο χρονικό συμβόλαιο εργασιακή σκλαβιά, με τους περισσότερους εργάτες να προέρχονται από τις γειτονικές χώρες. Μισθοί χαμηλότεροι από 45 δολάρια το μήνα, δουλειά χωρίς ρεπό για πάνω από 12 ώρες τη μέρα κάτω από αντίξοες συνθήκες, μηδαμινά μέτρα ασφαλείας και υποχρεωτική παραμονή σε σπίτια – κλουβιά, με τον ένα εργάτη να κοιμάται στην κυριολεξία πάνω στον άλλο.

Αυτό ήταν το όραμα της νέας μετά – μαοϊκής Κίνας. Η μία μετά την άλλη, πόλεις δουλοπαροίκων ξεφυτρώνουν σε ολόκληρη τη χώρα. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990 είχαν δημιουργηθεί πάνω από 20 ειδικές οικονομικές ζώνες στα παράλια και το εσωτερικό. Όλες βασισμένες στο πρότυπο του Σένζεν. 

Εκατομμύρια Κινέζοι και αλλοδαποί μετανάστες δουλεύουν νυχθημερόν στα νέα εργατικά κολαστήρια. Οι ειδικοί φορολογικοί όροι και η μεγαλύτερη ανεξαρτησία στις διεθνείς εμπορικές συναλλαγές των μεγάλων εταιριών της Δύσης με αποκλειστικό σκοπό την εξαγωγή των προϊόντων τους, καθιστούν την Κίνα των μεταρρυθμίσεων ως τον νούμερο ένα επενδυτικό προορισμό του πλανήτη. 

Η κυβέρνηση της Κίνας βλέπει ότι η οικονομική μεταστροφή της δεκαετίας του 1980, μεταμορφώνει τη χώρα. Η οικονομία της, όμως, παρέμενε βασισμένη σε μαοϊκά ιδεώδη, παράγοντας που οι εγχώριοι ευνοημένοι του κόμματος αλλά και οι διεθνείς επιχειρηματικοί φορείς, πίεσαν για να αλλάξει. Έτσι λοιπόν, το 1988 προωθείται η μετάβαση των τιμών των αγαθών με βάση τους κανόνες της ελεύθερης αγοράς. Μία πρωτοφανής αποθησαύριση χρημάτων έφερε την κυβέρνηση σε απόλυτο πανικό, επιστρέφοντας το μέτρο του ελέγχου των τιμών. Κίνηση που δεν κατάφερε να σταθεροποιήσει την κατάσταση. 

Οι τιμές εκτοξεύονται και οι Κινέζοι εργάτες αδυνατούν να αγοράσουν τα απολύτως απαραίτητα. Η οικονομική απορρύθμιση μοιραία επέφερε και την επιβολή περικοπών στις κρατικές επιχειρήσεις. Το λεγόμενο “Σιδερένιο μπολ με ρύζι” της κινεζικής κοινωνίας, δηλαδή η εργασιακή σταθερότητα και οι κοινωνικές απολαβές που ακολουθούν αυτής, χανόταν οριστικά.

Διαφθορά και κομματικά ρουσφέτια κατακλύζουν την κινεζική κοινωνία. Μοναδικοί ευνοημένοι της συνεργασίας ιδιωτών – δημοσίου είναι οι λεγόμενοι “άνθρωποι του κόμματος”. Παρά το μεγάλο αριθμό νέων πανεπιστημίων, οι μορφωμένοι Κινέζοι δεν έχουν τη δυνατότητα να βρουν διέξοδο σε μια άναρχα δομημένη νεο-καπιταλιστική οικονομία. Ειδικά οι απόφοιτοι κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών βρίσκονται ουσιαστικά αποκλεισμένοι από την αγορά εργασίας, ενώ ιδρύονται μικρές φοιτητικές ομάδες ανταλλαγής πολιτικών απόψεων με επίκεντρό τους τις δημοκρατικές αξίες. 

Την ίδια ώρα, η επίδειξη πλούτου των ευνοημένων της νεοσοσιαλιστικής στροφής της Κίνας προκαλεί τα εκατομμύρια των μη εχόντων. Τον Δεκέμβρη του 1986 οι φοιτητές βγαίνουν στους δρόμους του Πεκίνου και άλλων πόλεων, με αιτήματα για ατομικές ελευθερίες και δικαιώματα, οικονομική απελευθέρωση, δημοκρατία και δικαιοσύνη. Γενικός Γραμματέας του ΚΚΚ ήταν ο αγαπητός σε πολλούς μεταρρυθμιστές Χου Γιάομπανγκ. 

Η απομάκρυνση του Χου από τη θέση του εξαιτίας της χαλαρής, σύμφωνα με τα δεδομένα του κόμματος, αντιμετώπισης των φοιτητικών κινητοποιήσεων οδήγησε στη σκλήρυνση της πολιτικής του ΚΚΚ. Η ηγεσία του αποφάσισε να ξεκινήσει μία σκληρή καμπάνια ενάντια στον αστικό φιλελευθερισμό και κάθε είδους δυτικής πολιτικής επιρροής. Οι μπίζνες με την Δύση έπρεπε να περιοριστούν στους στενούς κομματικούς κύκλους για να μην επηρεάσουν ιδεολογικά τις λαϊκές μάζες.

Ο θάνατος του Χου Γιάομπανγκ τον Απρίλη του 1989, αποτέλεσε την αφορμή για νέες φοιτητικές συγκεντρώσεις σε ολόκληρη τη χώρα. Στις 17 Απριλίου πάνω από 5.000 φοιτητές συγκεντρώνονται στην πλατεία Τιεν αν Μεν του Πεκίνου, για να αποδώσουν φόρο τιμής στον Χου. Μία συγκέντρωση που θα μετατραπεί σε διαδήλωση με βασικό αίτημα την αναγνώριση του δημοκρατικού οράματος του πρώην Γενικού Γραμματέα του ΚΚΚ, την αποκήρυξη της κομματικής “εκστρατείας κατά της μπουρζουαζίας”, την παύση της λογοκρισίας στον Τύπο και της αποποινικοποίησης του δικαιώματος των διαδηλώσεων.

Πλατεία Τιεν αν Μεν

Η κηδεία του Χου ορίστηκε για τις 22 Απριλίου 1989. Την παραμονή της κηδείας πάνω από 100.000 άνθρωποι συγκεντρώνονται στην πλατεία Τιεν αν Μεν, παρά τις απαγορεύσεις. Η ένταση ανεβαίνει και οι διαδικασίες της απόδοσης φόρου τιμής από την ηγεσία του κόμματος επιταγχύνονται υπό το φόβο του πλήθους. Μία μέρα μετά την κηδεία κάνει την επίσημη εμφάνιση του το πρώτο ανεξάρτητο φοιτητικά σωματείο, το αποκαλούμενο “the Union”. Ένα σωματείο εκτός της δικαιοδοσίας του κόμματος, ήταν κάτι εξωφρενικό για την ηγεσία του. 

Την ίδια μέρα ξεσπούν οι πρώτες οδομαχίες φοιτητών και αστυνομίας σε δύο πόλεις. Η κυβέρνηση ζητά αυστηρότερη αντιμετώπιση των διαδηλωτών. Οι διαπραγματεύσεις είναι τυπικές και στις 13 Μαΐου 1989, δύο μέρες πριν την επίσκεψη του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ στην Κίνα, φοιτητές ξεκινούν απεργία πείνας στην Τιεν αν Μεν, μέρος όπου το ΚΚΚ θα υποδεχθόταν με τιμές τον Σοβιετικό ηγέτη. 300.000 άνθρωποι μαζεύονται για να συμπαρασταθούν στους απεργούς εκείνη τη μέρα. 


Οι 300.000 της 13ης Μάη γίνονται πάνω από 1 εκατομμύριο σε ολόκληρη τη χώρα, τέσσερις μέρες μετά. Τα αιτήματα για εκδημοκρατισμό και παύση της κρατικοδίαιτης διαφθοράς έρχονται να συμπληρώσουν αυτά του φοιτητικού κινήματος.

Φοιτητές μιλούν στους στρατιώτες

Στις 20 Μαΐου του 1989 η κυβέρνηση επιβάλλει στρατιωτικό νόμο και δίνει την εντολή στις ένοπλες δυνάμεις της χώρας να αναπτυχθούν, υπό την προστασία τεθωρακισμένων αρμάτων, μέσα στο Πεκίνο. Ο κόσμος βγαίνει στους δρόμους κατά χιλιάδες. Διαδηλώνει ειρηνικά, προσφέρει νερό και τρόφιμα στους στρατιώτες και τούς καλεί να ταχθούν με το μέρος του. Αυτοσχέδια οδοφράγματα σε όλες τις εισόδους της πόλης σταματούν την επέμβαση και απομακρύνουν τις στρατιωτικές δυνάμεις. 

Ο Ντενγκ Ξιαοπίνγκ βλέπει το τόσο πετυχημένο μοντέλο των ειδικών οικονομικών ζωνών της χώρας, να κλονίζεται. Μία ενδεχόμενη νίκη των φοιτητών θα αποδείκνυε την αδυναμία του καθεστώτος να προστατέψει τα διεθνή επιχειρηματικά συμφέροντα. Οι φοιτητές συνέχισαν την κατάληψη της Τιεν αν Μεν και το ΚΚΚ τους χαρακτηρίζει “τρομοκράτες και αντεπαναστάτες”. Τα συνεχή συκοφαντικά δημοσιεύματα από τις ελεγχόμενες καθεστωτικές εφημερίδες, εξοργίζουν τους διαδηλωτές. 


Η εντολή για εκκαθάριση της πλατείας δίνεται στις 2 Ιουνίου του 1989. Τα γηραιότερα στελέχη του κόμματος, μεταξύ αυτών και ο Ντενγκ Ξιαοπίνγκ, απαιτούν να τελειώσει η δυσάρεστη, γι’ αυτούς, υπόθεση “όσο το δυνατόν γρηγορότερα”. Ανώτατα πολιτικά και στρατιωτικά στελέχη έβλεπαν με συμπάθεια τα φοιτητικά κινήματα. Μερικοί από αυτούς απομακρύνθηκαν από τις θέσεις τους με συνοπτικές διαδικασίες και η επίθεση ξεκινά τα μεσάνυχτα της 3ης προς 4ης Ιουνίου του 1989.

Οι μάχες στρατιωτών και διαδηλωτών κράτησαν μία ολόκληρη μέρα. Εκτελέσεις, εμπρησμοί, χημικά και αμέτρητες συλλήψεις συνέθεσαν ένα μωσαϊκό βίας στην Τιεν αν Μεν και τους γύρω δρόμους. Πάνω από 2.500 ήταν οι νεκροί εκείνων των ταραχών. Χιλιάδες και οι τραυματίες.


Η ανακοίνωση της κυβέρνησης έκανε λόγο για 241 θανάτους. Οι υπολογισμοί διαφέρουν από μέσο σε μέσο ανάλογα με τη δική του σκοπιμότητα. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η Τιεν αν Μεν βάφτηκε με το αίμα των πρώτων Κινέζων που αντιστάθηκαν στο σχέδιο μετατροπής της χώρας σε μια νέου τύπου οικονομική ζώνη εκμετάλλευσης και αφαίρεσης στοιχειωδών δικαιωμάτων.

Πλατεία Τιε αν Μεν – 4.6.1989


Το αιματηρό τέλος των φοιτητικών κινημάτων σκλήρυνε τη στάση του ΚΚΚ. Ο κίνδυνος επανάληψης τέτοιου είδους κινητοποιήσεων σε μια οικονομία που η συνεχιζόμενη αύξηση των τιμών απειλούσε τη μετάβαση μιας ανορθόδοξα καπιταλιστικής και ταυτόχρονα κομμουνιστικής χώρας, θα ήταν μη διαχειρίσιμος. 


Ο δημόσιος τομέας έχει παρατηθεί, με όλο το βάρος να πέφτει στις ιδιωτικές επενδύσεις. Η διαφθορά και ο υπερβολικός πλουτισμός πολλών στελεχών του ΚΚΚ διαλύει μέσα σε μια δεκαετία τις κρατικές επιχειρήσεις και το 1992 ο Ντενγκ Ξιαοπίνγκ προχωρά στην ιδιωτικοποίηση μεγάλου μέρους αυτών. Το περίφημο σχέδιο της “οικονομίας της σοσιαλιστικής αγοράς” μπαίνει σε πλήρη εφαρμογή. 


Τεράστιο εργαλείο στα χέρια της κινεζικής οικονομίας και των διεθνών επιχειρηματικών λόμπι είναι η όλο και περισσότερο χαλαρή νομοθεσία, η ανυπαρξία εργασιακής νομοθεσίας και δικαιωμάτων, οι εξευτελιστικοί μισθοί και οι μηδενικοί περιβαλλοντικοί κανόνες. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με τις φορολογικές και εμπορικές διευκολύνσεις, διατηρούν την Κίνα στην αφρόκρεμα της παγκόσμιας επιχειρηματικότητας.

Οι ειδικές οικονομικές ζώνες εξαπλώνονται, συγκεντρώνοντας όλο και περισσότερους Κινέζους αλλά και αμέτρητους μετανάστες, κυρίως από την Ινδία και το Πακιστάν. Όλοι τους δουλεύουν για λογαριασμό ξένων εταιριών που μετέφεραν η μία μετά την άλλη τα εργοστάσια τους στον κινεζικό επιχειρηματικό παράδεισο. 

Παρόλα αυτά, η οικονομική κατάσταση της Κίνας παραμένει απελπιστική. Το 1992 δύο ολόκληρες πόλεις, η Ζούτσενγκ, γενέτειρα της τέταρτης γυναίκας του Μάο Τζιάν Τσίνγκ που πέθανε ένα χρόνο πριν στη φυλακή, και η πόλη Σούντε βυθίζονται στα χρέη και τις επιχειρηματικές απώλειες. 

Την ίδια στιγμή το κρατικό χρέος αυξάνεται συνεχώς και η κεντρική κυβέρνηση παίρνει την απόφαση να αγνοήσει τις πολιτικές 40 ετών, ενεργοποιώντας την επιχείρηση “γκάι ζι” ή αλλιώς “αλλαγή του συστήματος”. Μαζικές ιδιωτικοποιήσεις λαμβάνουν χώρα και οι μεγαλύτερες κρατικές επιχειρήσεις περνούν στα χέρια εκείνων που τις διευθύνουν: Τις κατασκευαστικές εταιρίες του εξωτερικού, που πριν από λίγα χρόνια εκμεταλλεύτηκαν τη χαλαρή νομοθεσία και επεκτάθηκαν στις ανερχόμενες ειδικές οικονομικές ζώνες.

ΠΗΓΗ

Το 1995 το κεντρικό συμβούλιο του ΚΚΚ παίρνει την απόφαση να διατηρήσει μόνο τις μεγάλες κρατικές επιχειρήσεις και τις τράπεζες και να μεταβιβάσει τις μικρότερες στα δημοτικά συμβούλια, με σκοπό την άμεση ιδιωτικοποίηση τους. Από το 1995 ως το 2001 το περίφημο “Σιδερένιο μπολ με ρύζι” που αποτέλεσε το σύμβολο του δικαιώματος της εργασίας και της κοινωνικής εξασφάλισης των απολύτως απαραίτητων αγαθών για κάθε πολίτη σπάει, με τον αριθμό των κρατικών εταιριών να μειώνονται από 1,2 εκατομμύρια σε 468.000 και τις θέσεις εργασίας στον αστικό δημόσιο τομέα να πέφτουν από το 59% στο 32% τις συνολικής απασχόλησης της χώρας. 

Χιλιάδες επιχειρήσεις κλείνουν και πολλές ακόμη ιδιωτικές εταιρίες επαναλειτουργούν υπό μία σύνθετη κρατική χρηματοδότηση. Το μοναδικό αυτό πείραμα δημιουργεί μία στρατιά τεράστιων ιδιωτικών επιχειρήσεων που διατηρούν εξαιρετικά στενές σχέσεις με το καθεστώς και, μοιραία, με την εκάστοτε πολιτική ηγεσία. Τράπεζες, τηλεπικοινωνίες, μεταφορές και ενέργεια, είναι οι μόνοι τομείς που διατηρούν το μονοπωλιακό κρατικό τους χαρακτήρα, με ένα πολύ μικρό ποσοστό αυτών να περνά στα χέρια ιδιωτών. 


Το κινεζικό πείραμα των ιδιωτικοποιήσεων δημιουργεί ένα ξεχωριστό δεδικασμένο. Στις περισσότερες των περιπτώσεων η διαχείρισή τους βρίσκεται στα χέρια ιδιωτών μάνατζερ, όμως η πραγματική συμμετοχή τους δεν ξεπερνά, τις περισσότερες φορές, το 30% της μετοχικής τους σύνθεσης. Το υπόλοιπο ποσοστό βρίσκεται στα χέρια του κράτους. Τεράστια κρατικά δάνεια, φτηνή γη και εξασφάλιση μονοπωλίου ή ολιγοπωλίου είναι το δέλεαρ της κεντρικής κινεζικής κυβέρνησης, για την προσέλκυση επενδύσεων. 

Το κόμμα, για να εξασφαλίσει τη σωστή διαχείριση των κονδυλίων, τοποθετεί δίπλα στους ξένους διαχειριστές μέλη της κεντρικής του επιτροπής και των κατά τόπους διορισμένων κρατικών λειτουργών, πλάθοντας ένα κράμα ιδιωτικών – κρατικών διοικήσεων. Οι περισσότεροι εξ αυτών θα αποτελέσουν τη νέα γενιά των Κινέζων δισεκατομμυριούχων του 21ου αιώνα.

Ο Deng Xiaoping τουριστική ατραξιόν

Η αγωνία της κεντρικής κυβέρνησης της Κίνας για σωστή εκτέλεση του νέου επιχειρηματικού μοντέλου, φέρνει σε επαφή τον τότε πρόεδρο της χώρας Τζιάνγκ Ζεμίν με τον επικεφαλής του διεθνούς τμήματος της αμερικανικής IBM, Τζον Τόμσον. Βρισκόμαστε στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και βασική προϋπόθεση της κινεζικής ανάπτυξης αποτελεί η σωστή διαχείριση των μεγαλεπήβολων προγραμμάτων ιδιωτικοποίησης. 

Η IBM αναλαμβάνει να εκπαιδεύσει, με δικά της έξοδα, μία μεγάλη ομάδα Κινέζων επιχειρηματικών συμβούλων αλλά και υπουργών, πάνω στον τρόπο με τον οποίο πρέπει να διαχειριστούν αυτήν την επιχειρηματική μετάβαση. Οι Κινέζοι αξιωματούχοι δείχνουν πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για το πώς λειτουργεί ο αμερικανικός καπιταλισμός. Επισκέπτονται κι άλλες εταιρίες των ΗΠΑ, συγκεντρώνουν πολύτιμες εμπειρίες και σχηματίζουν πανίσχυρες συμμαχίες. 


Το τοπίο γύρω από τα πραγματικά οφέλη για τους εργαζόμενους των εταιριών που μπήκαν σε αυτό το περίεργο πρόγραμμα ιδιωτικοποίησης με κρατικά κεφάλαια, παραμένει θολό. Το 2006, μία λεπτομερής έρευνα τριών πανεπιστημιακών, της Τζι Γκανγκ από το πανεπιστήμιο Επιχειρηματικών Σπουδών του Χονγκ Γκονγκ, της Γιαν Γκούο του πανεπιστημίου του Πεκίνου και του Τσενγκαγκαν Τσου του πανεπιστημίου του Χονγκ Γκονγκ, καταλήγει στο συμπέρασμα πως τα οφέλη των εργαζομένων από τα κέρδη κρατικών και ιδιωτικών εταιριών της χώρας, είναι ακριβώς τα ίδια. 

Σε επιχειρηματικές κατηγορίες όπως αυτή της αυτοκινητοβιομηχανίας, το πεδίο είναι μοιρασμένο. Οι δυτικές εταιρίες έρχονται σε συνεννόηση για διαχείριση ενός μικρού μεριδίου των κινεζικών βιομηχανιών, με αντάλλαγμα την αποκλειστική πρόσβαση στην ανερχόμενη μεσοαστική αγορά. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της συμφωνίας μεταξύ της αμερικανικής General Motors και της Shanghai Automotive. Η δυτική τεχνογνωσία είναι ο απόλυτος στόχος της Κίνας. Κι αυτή πληρώνεται αδρά.

Shenzhen – FoxConn


Ακόμη και οι σχεδόν απόλυτα ιδιωτικά ελεγχόμενες εταιρίες, όπως αυτές του διαδικτύου και των νέων τεχνολογιών, εξακολουθούν να εξαρτώνται από τις κυβερνητικές επιταγές και τις επιθυμίες των αξιωματούχων των εκάστοτε περιφερειών, οι οποίοι προσφέρουν χαλαρή νομοθεσία, κάνουν τα στραβά μάτια στις εργασιακές και περιβαλλοντικές παρατυπίες και λαμβάνουν ένα σεβαστό κομμάτι της πίτας των κερδών.


Η επιτυχημένη ιστορία της συναλλαγής δημοτικών αξιωματούχων με ιδιώτες, αποτελεί το αναπτυξιακό υπόδειγμα της σύγχρονης Κίνας. Οι στενές σχέσεις των διοικητών των κινεζικών περιφερειών επιτρέπει στις ξένες επιχειρήσεις να διαχειριστούν μόνες τους τα επενδυτικά προγράμματα, γεμίζοντας με δισεκατομμύρια δολάρια τις τσέπες των ισχυρών μελών του κυβερνώντος κόμματος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα των δημοτικών επενδυτικών προγραμμάτων για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων είναι ότι μόνο για το 2009, τα κονδύλια αυτά αυξήθηκαν κατά 7 δισεκατομμύρια δολάρια.

Μπορεί το οικονομικό θαύμα της Κίνας να πλάθει το μύθο μίας συνεχώς αναπτυσσόμενης οικονομίας – πρότυπο για τα δεδομένα του 21ου αιώνα, όμως το ανθρώπινο κόστος και η καταπάτηση στοιχειωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων ξεπερνά κάθε φαντασία.

Εξαντλημένοι εργάτες


Σύμφωνα με στοιχεία του 2006, μόνο στο Σένζεν, μία από τις μεγαλύτερες ειδικές οικονομικές ζώνες της χώρας, εργάζονται πάνω από 500.000 παιδιά. Οι ώρες δουλειάς φτάνουν καθημερινά στην καλύτερη των περιπτώσεων τις 9 και στη χειρότερη τις 14, ενώ μόνο για το 2006 οι νεκροί από τα εργατικά ατυχήματα ήταν πάνω από 14.000.

Διεθνείς ανθρωπιστικές οργανώσεις καταγγέλλουν ότι το ένα τρίτο των εργαζομένων στις κινεζικές ειδικές οικονομικές ζώνες αμείβεται χαμηλότερα κι από τον επίσημο κατώτατο μισθό που είναι τα 45 δολάρια το μήνα.

Διεθνή μέσα ενημέρωσης αναπαράγουν περιστατικά “εταιρικής τιμωρίας” απείθαρχων εργατών στα εργοστάσια της περίφημης FoxConn και άλλων εργοστασίων, τα οποία περιλαμβάνουν από στέρηση ημερομισθίων εξαιτίας της μειωμένης παραγωγικότητας ως ξυλοδαρμούς και στέρηση σίτισης. 

Σύμφωνα με ρεπορτάζ της εφημερίδας Beijin Times, ο μέσος όρος υπερωριών των εργατών για να συμπληρώσουν το πενιχρό τους μεροκάματο στις κινεζικές οικονομικές ζώνες, ξεπερνά τις 80 ώρες το μήνα. 

Πολιτική των δυτικών εταιριών που δραστηριοποιούνται στην Κίνα είναι να απαγορεύουν την είσοδο σε περίεργα βλέμματα. Τα αφεντικά κλείνουν τις πόρτες τους σε δημοσιογράφους και οι πρώτες μαζικές αναφορές για τις βάναυσες εργασιακές συνθήκες των ειδικών οικονομικών ζωνών της Κίνας έγιναν στα μέσα της πρώτης δεκαετίας 2000. Έλλειψη ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, ανυπαρξία σχολείων για τα παιδιά των εργατών και υποχρεωτικές υπερωρίες για τους εξαντλημένους εργάτες είναι μόνο μερικές από τις αναφορές που βρίσκουν το φως της δημοσιότητας. Ο μύθος της “κινεζοποιημένης εργασίας” αποτελούσε ένα κρυφό μυστικό μίας δυτικής κοινωνίας που κατανάλωνε περισσότερο, χωρίς να κάνει πολλές ερωτήσεις. 

Οι ειδικές οικονομικές ζώνες της Κίνας αποτελούν το καλύτερο εξαγώγιμο προϊόν της. Το παράδειγμά τους ακολουθεί και η Ινδία, μία ακόμη χώρα του περήφανου κλαμπ των “αναδυόμενων οικονομιών του πλανήτη”. Ο ινδικός γίγαντας χτίζεται με κινεζικά πρότυπα και τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι οι επιχειρηματικές ορέξεις επιφυλάσσουν δυσάρεστες εκπλήξεις.

Οι εξαγωγική δύναμη της Κίνας αυξήθηκε από το 1978 ως το 2001 πέντε φορές. Η χώρα έτρεχε για πάνω από δέκα χρόνια με ετήσια ανάπτυξη 10%. Μέχρι το 2020 η Παγκόσμια Τράπεζα υπολογίζει η Κίνα ότι θα ξεπεράσει το ΑΕΠ των ΗΠΑ και θα στρογγυλοκαθίσει στην πρώτη θέση των παγκόσμιων οικονομιών.

Η Κίνα της ανάπτυξης

Αυτά λένε οι αριθμοί. Η πραγματικότητα, όμως, που κρύβει αυτή η αλματώδης ανάπτυξη της χώρας των ανύπαρκτων κοινωνικών παροχών για τους εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες – δούλους των ειδικών οικονομικών ζωνών, είναι τρομακτική.

Ο πληθυσμός της χώρας μειώθηκε, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Κινεζικής κυβέρνησης, από το 1,5 δισεκατομμύριο του 1978, σε 1,3 δισεκατομμύρια σήμερα. 200 εκατομμύρια λιγότεροι άνθρωποι σε μία χώρα όπου το 60% του πληθυσμού της εξακολουθεί να ασχολείται με τη γεωργία, αποκλεισμένο από κάθε όφελος αυτής της εντυπωσιακής οικονομικής ανάπτυξης. Το όραμα της εργασιακής και κοινωνικής διασφάλισης ολόκληρου του πληθυσμού χάθηκε ανάμεσα στις ανάγκες για επιχειρηματική ελαστικοποίηση και διευκόλυνση των σχέσεων κράτους – ιδιωτών. Όλα αυτά από ένα καθεστώς που ποτέ του δεν απολογήθηκε για τα εγκλήματα της Τιεν αν Μεν.


Σύμφωνα με έκθεση της παγκόσμιας τράπεζας το 2008, 948 εκατομμύρια Κινέζοι αμείβονται με λιγότερα από 5 δολάρια τη μέρα, ενώ 172 εκατομμύρια παίρνουν λιγότερα από 1,25 δολάρια ημερησίως. 16 από τις 20 πιο μολυσμένες πόλεις του πλανήτη είναι κινεζικές, χάρη στην αλόγιστη καύση άνθρακα από τα αμέτρητα εργοστάσια των αναβαθμισμένων ειδικών οικονομικών ζωνών, γεγονός που προκαλεί ετησίως από 500.000 ως 750.000 πρόωρους θανάτους. Από το 1997 το ποσοστό των μισθών των Κινέζων εργαζομένων έπεσε από το 57% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος, στο 40%. 

Το 2005 η συντηρητική ηγεσία του Hu – Wen αλλάζει τη μεταρρυθμιστή παρακαταθήκη του Ντενγκ Ξιοπιάνγκ. Οι ιδιωτικοποιήσεις παύουν, εφαρμόζεται χαλαρή νομισματική πολιτική και το βάρος πέφτει στις κατασκευές, με την αξία των σπιτιών να τριπλασιάζεται. Τα τεράστια κρατικά αποθεματικά συγκεντρώνονται στις μονοπωλιακές κρατικές επιχειρήσεις και η κινεζική οικονομία των 14 ετών διαρκούς ανάπτυξης χρηματοδοτεί τεράστιες δημόσιες επενδύσεις.

Τα φτηνά εργατικά χέρια και οι τρεις δεκαετίες αποθησαύρισης δημιουργούν ένα γιγαντιαίο κρατικό πλεόνασμα. Οι επενδύσεις σε αστικά κέντρα ευνοούν μία μεγαλοαστική κοινωνία διακοσίων, και πλέον, εκατομμυρίων ανθρώπων που ζει το δικό της δυτικό όνειρο. Το μορφωτικό επίπεδο βελτιώνεται και οι ευκαιρίες για πλουτισμό αυξάνονται. Είναι η περίοδος που οι πανίσχυρες κρατικές πολυεθνικές της Κίνας ξεκινούν ένα μεγαλόπνοο σχέδιο παγκόσμιων επενδύσεων.

Ένα σακί κινέζικο ρύζι από την Αφρική

Ήδη, από το 2001 οι ιδιώτες επιχειρηματίες έχουν αποκτήσει τη δυνατότητα να γίνουν μέλη του ΚΚΚ. Μία κίνηση άκρως συμβολικής σημασίας για την εξέλιξη της κινεζικής πολιτικής νοοτροπίας. Την ίδια χρονιά η Κίνα γίνεται μέλος του παγκόσμιου οργανισμού εμπορίου. Τρία χρόνια αργότερα η ιδιωτική περιουσία προστατεύεται συνταγματικά και η Κίνα άρει τους εμπορικούς περιορισμούς σε 10 ασιατικές χώρες. Η χώρα έχει αναλάβει τη διοργάνωση των ολυμπιακών αγώνων του 2008 και την μοναδική ευκαιρία να δείξει στην παγκόσμια κοινή γνώμη, πόσο έχει εξελιχθεί.

Μία από τις κυρίαρχες πολιτικές της Κίνας αφορά την εξασφάλιση επαρκούς τροφοδοσίας του υπερκαταναλωτικού πληθυσμού της. Η συνεχιζόμενη καταστροφή του φυσικού της περιβάλλοντος στρέφει το κινεζικό ενδιαφέρον στην Λατινική Αμερική και την Αφρική.


Οι κινέζικοι κολοσσοί εξαγοράζουν τεράστιες εκτάσεις αγροτικής γης για να παράγουν την απαραίτητη ποσότητα τροφίμων. Η Κίνα αποτελεί σήμερα τον μεγαλύτερο εισαγωγέα και καταναλωτή σόγιας στον κόσμο, καλύπτοντας το 38% των παγκόσμιων εισαγωγών. Πάνω από 2,5 εκατομμύρια εκτάρια αγροτικής γης σε μόλις 5 Υποσαχάριες χώρες αγοράστηκαν ή μισθώθηκαν από κινεζικές εταιρίες. Η Κίνα εξαγοράζει καλλιεργήσιμη γη στις φτωχότερες γωνιές του πλανήτη για να θρέψει τον πληθυσμό της. 

Τον Ιούλιο του 2011 η Γερμανία εκφράζει την ανοιχτή ανησυχία της για το ρυθμό εξαγοράς αφρικανικής γης από την πανίσχυρη Κίνα. Η επίσημη απάντηση του υπουργού εξωτερικών της χώρας είναι ότι “ποτέ δεν αγοράσαμε ή σκοπεύουμε να αγοράσουμε εκτάσεις γης στην Αφρική”.

Η αλήθεια είναι ότι σε χώρες όπως η Κένυα, το Κονγκό, η Αιθιοπία και η Σενεγάλη, η κινέζικη παρουσία στον αγροτικό τομέα είναι τόσο έντονη, που προκαλεί τεράστια ανησυχία. Η λεγόμενη “αρπαγή γης” έχει ως αποτέλεσμα την αποκλειστική εξαγωγή των παραγόμενων προϊόντων στην Κίνα, την αλόγιστη περιβαλλοντική καταστροφή από την εντατικοποιημένη καλλιέργεια και τον βίαιο εκτοπισμό ντόπιων πληθυσμών. 

Η συνολική έκταση γης που κατέχει η Κίνα σε ολόκληρο τον πλανήτη ξεπερνά τα 60 εκατομμύρια εκτάρια. Όσο είναι, δηλαδή, ολόκληρη η έκταση της Ουκρανίας. Οι αφρικανικές γεωργικές δραστηριότητες της Κίνας το 2010 έφτασαν το ιλιγγιώδες ποσό των 126,9 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Παρόμοιες κινήσεις δεν γίνονται μόνο στην Αφρική αλλά και στην Λατινική Αμερική, με τις κινεζικές εταιρίες να εξαγοράζουν τεράστιες εκτάσεις γης στην Αργεντινή, το Εκουαδόρ, τη Βενεζουέλα και αλλού.


Η Κίνα επενδύει στην Αργεντινή

Το ενδιαφέρον της Κίνας δεν περιορίζεται μόνο στον αγροτικό τομέα αλλά και στον ενεργειακό. Ένα τεράστιο κύμα επενδύσεων και διακρατικών συμφωνιών με χώρες της Λατινικής Αμερικής, την καθιστούν έναν από τους πρώτους ενεργειακούς εισαγωγείς παγκοσμίως. Δεκάδες γεωτρήσεις και ορυχεία σκάβονται από κινεζικές εταιρίες μετά από συμφωνίες με τις τοπικές κυβερνήσεις, αναγκάζοντας χιλιάδες ανθρώπους να μετεγκατασταθούν μακριά από τα σπίτια τους. 

Ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες των κυβερνήσεων αυτών, η Κίνα έχει μετατραπεί στον μεγαλύτερο τραπεζίτη της Νοτίου Αμερικής. Το 2010 τα κινέζικα δάνεια ξεπέρασαν αυτά της Παγκόσμιας Τράπεζας, της Παναμερικανικής Επενδυτικής Τράπεζας και της Εξαγωγικής – Εισαγωγικής Τράπεζας των ΗΠΑ μαζί, χρεώνοντας τους λαούς της Λατινικής Αμερικής με ένα υπέρογκο ποσό. Χώρες με περιορισμένη πρόσβαση στις παγκόσμιες αγορές, όπως η Αργεντινή, η Βενεζουέλα και το Εκουαδόρ, εισέπραξαν το 93% των κρατικών τους δανείων της περιόδου 2005-2011 από την Κίνα.


Απώτερος σκοπός της κίνησης αυτής είναι η άρση των περιβαλλοντικών περιορισμών στις αμέτρητες εξορύξεις, αλλά και οι χαλαρές εργασιακές συνθήκες για τις μονάδες παραγωγής, τις φάρμες και τα υπερπόντια εργοστάσιά της. Η Κίνα προχωρά στο δανεισμό αδύναμων οικονομιών με προίκα τα ενεργειακά τους αποθέματα. Ακόμη και σε περίπτωση οικονομικής κατάρρευσης μίας χώρας της Λατινική Αμερικής, πράγμα πολύ συνηθισμένο τα τελευταία χρόνια, ο κινέζικος δανεισμός είναι εξασφαλισμένος.

Το 2010 η Κίνα δάνεισε 20 δισεκατομμύρια δολάρια στην Βενεζουέλα με εγγύηση αποθέματα πετρελαίου, ενώ την ίδια χρονιά έδωσε 10 δισεκατομμύρια δολάρια στην Αργεντινή με αντάλλαγμα την ανάληψη ενός τεράστιου σιδηροδρομικού έργου. Ήταν μία περίοδος που, αρχής γενομένης το 2007, οι παγκόσμιες αγορές έχουν στερέψει και η Κίνα καταφέρνει να εξασφαλίσει διέξοδο σε χώρες με τεράστια ενεργειακά αποθέματα, χρησιμοποιώντας ως εργαλείο πίεσης το κρατικό χρέος.

Χρέος που δεν προέρχεται μόνο από τις πλούσιες, ενεργειακά και αγροτικά, χώρες της Υποσαχάριας Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής, αλλά και από τις ίδιες τις ΗΠΑ: Η Κίνα είναι αυτή τη στιγμή ο κάτοχος του μεγαλύτερου ποσοστού χρέους των Ηνωμένων Πολιτειών. 


Τον Δεκέμβρη του 2012 υπολογιζόταν ότι 1,2 τρισεκατομμύρια δολάρια αμερικανικού χρέους, βρίσκεται σε κινέζικα χέρια. Το γιγαντιαίο εμπορικό ισοζύγιο της χώρας των ειδικών οικονομικών ζωνών προκαλεί πονοκεφάλους στα στενόμυαλα πολιτικά επιτελεία των ΗΠΑ, κάνοντας μερικούς να βλέπουν ακόμη και κίνδυνο της εθνικής τους κυριαρχίας. 

Γεγονός που δεν τρομάζει τους αναλυτές τόσο, όσο τούς τρομάζει η προοπτική να βρεθούν υπό κινεζική ιδιοκτησία οι μεγαλύτερες και παραδοσιακότερες επιχειρήσεις τους, όπως είναι ο ασφαλιστικός γίγαντας AIG ή η εταιρία κατασκευής μπαταριών Α123.

Όπως πάντα, η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. Η Κίνα, όσον αφορά το δικό της δημόσιο χρέος, βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο. Το άθροισμα του κρατικού, περιφερειακού και ιδιωτικού της χρέους φτάνει το 200% του ΑΕΠ. Η στεγαστική φούσκα των ΗΠΑ που έσκασε το 2007 δεν έβαλε μυαλό στους Κινέζους αγοραστές και το συνολικό χρέος της χώρας αναμένεται να φτάσει σε τέσσερα χρόνια τα 18 τρισεκατομμύρια δολάρια, ξεπερνώντας κι αυτό των ΗΠΑ.

Κινέζοι νεόπλουτοι


Η εποχή του “Made in China” μετατράπηκε στην εποχή του “Owned by China”. Ό,τι καλύτερο και πολυτελέστερο κυκλοφορεί στην αγορά, από αυτοκίνητα και σπίτια μέχρι σπάνια έργα τέχνης, αγοράζεται από την καινούρια κινεζική ελίτ. Λιμάνια, αεροδρόμια και σιδηρόδρομοι εξαγοράζονται με σκοπό να μεταφέρουν τα πολύτιμα κινέζικα προϊόντα στις ευρωπαϊκές και αμερικανικές αγορές. Οι παγκόσμιοι ενεργειακοί πόροι βρίσκονται στο στόχαστρο των σύγχρονων Κινέζων κομμουνιστών και τα δεκάδες χιλιάδες θύματα εργατικών ατυχημάτων κάθε χρόνο ή το εμπόριο οργάνων θανατοποινιτών, δεν αποτελούν τροχοπέδη στην καπιταλιστική μεταμόρφωση της χώρας.

Το ρητό του Ντενγκ Ξιαοπίνγκ, “Η φτώχεια δεν είναι σοσιαλισμός. Το να γίνεις πλούσιος είναι ένδοξο” σύντομα απέκτησε το πραγματικό του νόημα. Η ανθρώπινη ζωή στην Κίνα δεν έχει καμία αξία. Οι τοπικές κυβερνήσεις προωθούν την πρακτική του εξωδικαστικού συμβιβασμού και κανείς δεν τολμά να μιλήσει για τις συνθήκες διαβίωσης και εργασίας. 7,29 ανθρακωρύχοι χάνουν τη ζωή τους για κάθε τόνο άνθρακα που εξορύσσουν. 19 άνθρωποι την ημέρα πέθαιναν το 2002 στις στοές των ανθρακορυχείων. 7 πεθαίνουν σήμερα.

Τον Αύγουστο του 2010 οι Washington Times δημοσιεύουν την ιστορία ενός εργάτη που χτύπησε πολύ σοβαρά το δάχτυλο του. Μόλις η εταιρία του έμαθε ότι το κόστος της χειρουργικής αποκατάστασης είναι μεγαλύτερο από την αποζημίωση για ένα κομμένο χέρι, δεν το σκέφτηκε καν. Όταν ο άτυχος εργάτης ξύπνησε μετά τη νάρκωση, το χέρι του δεν υπήρχε πια. 

Αυτή είναι η σημερινή εικόνα της κινεζικής “ανάπτυξης” και “ευημερίας”. Μία εικόνα που κανείς δεν θα ήθελε να δει να επεκτείνεται στην ευρωπαϊκή αγορά της κρίσης και της λιτότητας.


Το “κινέζικο θαύμα” μεταδώθηκε στην εκπομπή Χαμηλή Αυτοεκτίμηση στις 29 Μάη. Το ηχητικό είναι ΕΔΩ

ΠΗΓΕΣ
: BBC, Foreign Affairs, Foreign Policy, the Guardian, The Huffington Post, Bloomberg, Financial Times, CBC, New York Times, Washington Times, World Bank, infochange, Times, Wikipedia