Και οι 70 ήταν υπέροχοι

Posted on December 29, 2012

1


ημ/νία δημοσίευσης 18.12.2012


Πώς θα αντιδρούσε κάποιος στην είδηση πως την επίμαχη περίοδο των 2059 καταθετών της περιβόητης λίστας Λαγκάρντ, μόλις 70 Έλληνες φορολογούμενοι επέλεγαν να δηλώσουν στις επίσημες αρχές τα περιουσιακά τους στοιχεία σε όλες τις ελβετικές τράπεζες, ακολουθώντας το γράμμα που επιτάσσουν σκιώδεις διακρατικές συμβάσεις;

Την ώρα που στην Ελλάδα οι συζητήσεις γύρω από τα ονόματα που περιλαμβάνονται στη λίστα στρέφονται γύρω από πρόσωπα με θέσεις κλειδιά στον ελληνικό πολιτικό βίο, οι οικονομικές αρχές της Ελβετίας εκθέτουν με κάθε επισημότητα τους ελληνικούς αστικούς μύθους περί οικονομικού πατριωτισμού.

Η ονοματολογία γύρω από τη λίστα και ο δικαστικός αγώνας εναντίον του δημοσιογράφου Κώστα Βαξεβάνη για την ευαισθησία των δεδομένων της, ακολουθήθηκε από μια καταιγίδα δημοσιευμάτων στον τύπο του εξωτερικού. Βασικός άξονας κάθε αναφοράς των διεθνών ΜΜΕ, ήταν ο τρόπος με τον οποίο κράτος και δικαιοσύνη μετατράπηκαν σε υπερασπιστές του δικαιώματος του τραπεζικού μυστικισμού και προωθητές αυτής της ομιχλώδους φορολογικής αμνηστίας που προσφέρουν οι τραπεζικοί παράδεισοι της όμορφης χώρας της κεντρικής Ευρώπης.

Τα επίσημα, όμως, στοιχεία του Ελβετικού κράτους προδίδουν ένα μέρος αυτής ακριβώς της τραπεζοκρατικής προστασίας και της νομιμοφανούς χρήσης όλων εκείνων των νομοθετικών κενών που διέπουν τις ευρωπαϊκές οδηγίες φορολόγησης αποταμιεύσεων.

Σύμφωνα με τις εκθέσεις του ελβετικού Υπουργείου Οικονομικών, στην καρδιά της επίμαχης περιόδου των 2059 καταθετών στην ελβετική HSBC, ο επίσημος αριθμός Ελλήνων που είχαν δεδηλωμένες καταθέσεις σε όλες τις τράπεζες της χώρας έφταναν με το ζόρι τους 70. Την ίδια στιγμή που στη Γερμανία, για παράδειγμα, ξεπερνούσαν τις 55.000.

Πιο συγκεκριμένα, από το 2005 ως το 2007 μόνο μια χούφτα Ελλήνων φορολογούμενων δήλωνε απευθείας τα περιουσιακά στοιχεία που διατηρούσε στις τράπεζες της Ελβετίας. Καταθέσεις και μετοχές που απέδιδαν φόρους μερικών δεκάδων εκατομμυρίων ελβετικών φράγκων, ακολουθώντας τις επιταγές της συμφωνίας ΕΕ – Ελβετίας για τη Φορολόγηση των Αποταμιεύσεων. Μιας ριζοσπαστικής, αλλά εντελώς διάτρητης, Οδηγίας, που συμφωνήθηκε τον Ιούνιο του 2003, τέθηκε σε ισχύ τον Ιούλιο του 2005 και προβλέπει συγκεκριμένες ενέργειες για να αποθαρρύνουν όσους Ευρωπαίους καταθέτες της Ελβετίας συνεχίζουν να διατηρούν τεράστια χρηματικά ποσά μακριά από τις χώρες που ζουν, δραστηριοποιούνται και φορολογούνται.

Το μοναδικό φαινόμενο των 29 Ελλήνων καταθετών σε ελβετικές τράπεζες το 2005, των 61 του 2006 και των 70 του 2007 και 2008 συνεχίζεται και στην εποχή της κρίσης· με τα έσοδα από τις κρατήσεις στις δηλωθείσες καταθέσεις τους να παραμένουν στα ίδια, περίπου, επίπεδα με αυτά των προηγούμενων ετών.


Φτάνοντας στο 2009, με τις επιπτώσεις της αμερικανικής οικονομικής κατάρρευσης να κάνουν την εμφάνιση τους στην Ευρώπη, τις ελληνικές τράπεζες να “παραμένουν θωρακισμένες” και τα προεκλογικά “λεφτά υπάρχουν” να βρίσκονται στο πολιτικό προσκήνιο, εξακολουθούν να παραμένουν μόλις 70 οι Έλληνες φορολογούμενοι που δήλωσαν τις καταθέσεις τους στις ελβετικές τράπεζες.


Τι συνέβη, λοιπόν, και οι πάνω από 2.000 καταθέτες μιας λίστας που αφορά μία και μόνο τράπεζα στην Ελβετία, βρίσκονται, σύμφωνα με τα στοιχεία της πρώην υπουργού οικονομικών της Γαλλίας, στο φορολογικό απυρόβλητο μιας σειράς διακρατικών συμφωνιών χωρίς ουσιαστικό αντίκρυσμα;

Διεθνείς οικονομικές οργανώσεις, οικονομολόγοι, ακαδημαϊκοί, συγγραφείς και δημοσιογράφοι που έχουν αφιερώσει τη ζωή και το έργο τους στην καταπολέμηση των φορολογικών αδικιών που κοστίζουν στις οικονομίες του κόσμου εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια το χρόνο, υπογραμμίζουν πως όταν στη μέση μπαίνει το κέρδος, ηθική και νομιμότητα υπηρετούν τους νόμους του οικονομικά ισχυρού.

Ένα δημοσίευμα του Tax Justice Network (TJN), ενός διεθνούς οργανισμού που ιδρύθηκε το 2003 στη Βρετανία και αποτελείται από δεκάδες επιστήμονες γύρω από το χώρο της “νόμιμης φοροδιαφυγής” και των παγκόσμιων “οικονομικών παραδείσων”, αναφέρει ότι το θέμα σχετικά με την αθωότητα των προθέσεων των προσώπων που εμπλέκονται σε υποθέσεις σαν αυτή της περιβόητης λίστας Λαγκαρντ, είναι τουλάχιστον αμφίσημο.

Ένας από τους βασικούς συντελεστές του TJN είναι ο Νίκολας Σάξον. Πρόκειται για τον δημιουργό ενός από τα πιο γνωστά βιβλία γύρω από τους επονομαζόμενους “φορολογικούς παραδείσους” με τίτλο “Τα νησιά του θησαυρού”. Ο Νίκολας Σάξον, συγγραφέας και δημοσιογράφος με συνεισφορά σε μερικά από τα σημαντικότερα οικονομικά μέσα ενημέρωσης του κόσμου, όπως τους Financial Times, τον Economist  αλλά και το πρακτορείο Reuters, έχει αφιερώσει το έργο του στην αφύπνιση της κοινής γνώμης για τις επιπτώσεις που έχει στις ζωές όλων μας η ύπαρξη αυτών των παγκόσμιων φορολογικών θαυμάτων, όπως τα μακρινά νησιά Κεϊμάν ή την πιο κοντινή σε μας Ελβετία.

Στο βασικό ερώτημα που προκύπτει από το ίδιο το δημοσίευμα σχετικά με την ενοχή των προσώπων που βρίσκονται στην λίστα Λαγκάρντ, ο Νίκολας Σάξον είναι κατηγορηματικός: “οι Έλληνες καταθέτες που, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Οδηγία για τη Φορολογία Αποταμιεύσεων, επέλεξαν την “παρακράτηση στην πηγή” των εσόδων τους αντί αυτήν της “ανταλλαγής πληροφοριών” με τις Ελβετικές αρχές, είναι σχεδόν απίθανο να έχουν επιλέξει να πράξουν το αντίθετο στις συναλλαγές τους με τις ελληνικές φορολογικές αρχέςΟι καταθέτες της λίστας θα έπρεπε να είχαν δηλώσει τα έσοδα από τις καταθέσεις μέσω της επιλογής παρακράτησης φόρου, είτε απευθείας (στην Ελβετία), είτε μέσω των φορολογικών δηλώσεων τους στην Ελλάδα”.

Στην προσπάθεια να βρεθεί μια άκρη στους δαιδαλώδεις φορολογικούς διαδρόμους ενός συστήματος φτιαγμένο εξ αρχής με σκανδαλώδη κενά, ο Νίκολας Σάξον εξηγεί πως “η Ευρωπαϊκή Οδηγία για τη Φορολόγηση Αποταμιεύσεων, η οποία έχει επεκταθεί στην Ελβετία με 42 συνολικά κανονισμούς, αποτελεί το κλειδί όλου του νομικού πλαισίου. Η ιδέα της δημιουργίας ενός συστήματος πολυμερούς ανταλλαγής πληροφοριών, όπως αυτή τη στιγμή εφαρμόζεται, αποτελεί μία διάτρητη νομολογία. Δυστυχώς, τα ελβετικά συστήματα φορολογικών διακανονισμών έχουν κατασκευαστεί με τέτοιο τρόπο, που στο τέλος σαμποτάρουν τις ίδιες τις διακρατικές συμφωνίες”.

Χαρακτηριστικό δείγμα αυτών των κενών, αποτελεί ο καθορισμός του “Δικαιούχου καταθέτη” από την Ευρωπαϊκή Οδηγία για τη Φορολόγηση Αποταμιεύσεων. Εδώ ακριβώς τοποθετεί και ο Νίκολας Σάξον το φαινόμενο των “νοικοκυρών, φοιτητών και ανέργων” της λίστας Λαγκάρντ: “Τα πάντα εξαρτώνται από τα εργαλεία που χρησιμοποιούν. Υπάρχουν πολλοί πονηροί τρόποι να ελέγχεις ένα κεφάλαιο χωρίς ποτέ να φανεί στα χαρτιά ότι εσύ είσαι ο πραγματικός δικαιούχος. “Discretionary trusts” και ιδρύματα καθώς και τα περίφημα ασφαλιστικά προϊόντα γνωστά ως insurance wrappers, αποτελούν τα πιο συνηθισμένα εργαλεία για να επιτύχεις κάτι τέτοιο”.

Τα επίσημα ελβετικά στοιχεία για τον αριθμό των καταθετών στις τράπεζες της χώρας παρουσιάζουν θεαματική -τηρουμένων των αναλογιών- αύξηση των Ελλήνων το 2010. Ήταν η περίοδος των απεγνωσμένων πολιτικών εκκλήσεων για επαναπατρισμό των καταθέσεων και ενίσχυση της ρευστότητας της ψυχορραγούσας ελληνικής οικονομίας, καθώς οι πρώτες κουβέντες για επικείμενη συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Ελβετίας έκαναν δειλά – δειλά την εμφάνιση τους. Ενώ τα ποσά των φορολογικών εσόδων μειώνονται ελαφρώς, ο αριθμός των εγγεγραμμένων Ελλήνων αυξάνεται το 2010, από 70 σε 365.

Την ίδια θεαματική άνοδο του αριθμού των Ελλήνων καταθετών παρουσιάζουν και τα στοιχεία του 2011, χρονιά κατά την οποία επισημοποιείται, σύμφωνα με το υπουργείο οικονομικών της Ελβετίας, η αναθεωρημένη συνεργασία με την Ελλάδα για ανταλλαγή τραπεζικών πληροφοριών και φορολόγηση των ελληνικών καταθέσεων στις ελβετικές τράπεζες. Οι 365 Έλληνες καταθέτες του 2010 σχεδόν τριπλασιάζονται μέσα στο 2011 και γίνονται 1360.

Σε αυτήν ακριβώς τη διπλή ανησυχία της τελικής συμφωνίας της Ελλάδας με την Ελβετία και των φημών για έξοδο της χώρας από το ευρώ, τοποθετεί το φαινόμενο των αυξανόμενων Ελλήνων καταθετών στις λίστες με τα επίσημα στοιχεία του υπουργείου οικονομικών της Ελβετίας ο Αντρέας Μίσμπαχ.

Ο Ελβετός κοινωνικός επιστήμονας, συγγραφέας και ένα από τα ιδρυτικά μέλη του TJN, είναι σήμερα διευθύνων σύμβουλος της “Berne Declaration”. Μιας ελβετικής μη κερδοσκοπικής οργάνωσης που αριθμεί πάνω από 20.000 μέλη σε ολόκληρο τον κόσμο και από το 1963 έχει ως βασικό της στόχο την παρατήρηση και καταγραφή του ρόλου και των δραστηριοτήτων ελβετικών τραπεζών, οικονομικών οργανισμών και του ίδιου του κράτους, προωθώντας την ιδέα μιας σταθερής, δίκαιης και δημοκρατικής σχέσης Βορρά – Νότου.

Σύμφωνα με τον Αντρέας Μισμπαχ “η αύξηση του αριθμού των καταγεγραμμένων Ελλήνων καταθετών το 2010 και 2011 αποτελεί ένα πιθανό δείγμα του φόβου και της ανασφάλειας που διακατείχε όλη την κοινωνία εκείνους τους κρίσιμους μήνες”. 

Μελετώντας τη βάση του ζητήματος των ύποπτων ελληνικών καταθέσεων του εξωτερικού, εξηγεί πως “για κανέναν δεν είναι απαγορευμένο το άνοιγμα λογαριασμού σε ξένη τράπεζα. Ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορεί κάποιος να παραβιάσει το νόμο εξαρτάται αποκλειστικά από το αν οι εν λόγω λογαριασμοί δεν δηλώθηκαν ποτέ στις αρχές της χώρας όπου φορολογείται. Οποιαδήποτε απόπειρα δίωξης εκείνων που τα ονόματα τους βρίσκονται στη λίστα Λαγκάρντ πρέπει να γίνει εφόσον οι αρχές είναι βέβαιες πως πρόκειται για ενεργούς φορολογούμενους Έλληνες πολίτες, που δεν έχουν δηλώσει εκ των προτέρων τα περιουσιακά τους στοιχείαΜην ξεχνάτε, άλλωστε, πως η χώρα καταγωγής κάποιου δεν αποτελεί κριτήριο της “φορολογικής του εθνικότητας””.

Στο καίριο ερώτημα για το αν οι καταθέτες της λίστας Λαγκάρντ ήταν υποχρεωμένοι να δηλώσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία στην HSBC, αλλά και τα έσοδα που αποκόμιζαν όλο αυτά τα χρόνια, ο Αντρέας Μίσμπαχ χωρίζει την απάντηση του σε δύο σκέλη. Το πρώτο αφορά την υποχρέωση του Έλληνα φορολογούμενου να δηλώσει το περιεχόμενο του ελβετικού του λογαριασμού και το δεύτερο έχει να κάνει με την υποχρέωση ή μη των ελβετικών τραπεζών να ενημερώσουν τις ελληνικές και τις ελβετικές αρχές.

Στο πρώτο, λοιπόν, σκέλος ο Αντρέας Μισμπαχ λέει πως “ναι μεν οι Έλληνες φορολογούμενοι έχουν την υποχρέωση να δηλώσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία, αλλά η απόφαση αυτή εφάπτεται της ελληνικής νομοθεσίας. Θεμελιώδες, όμως, πρόβλημα αποτελεί το γεγονός πως οι ελληνικές αρχές δεν έχουν κανένα μέσο να γνωρίζουν ποιος είναι αυτός που πραγματικά τούς εξαπατά”.

Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος, ο Αντρέας Μισμπαχ είναι κατηγορηματικός: “Οι ελβετικές τράπεζες πρέπει να δηλώσουν τους ελληνικούς λογαριασμούς στις ελβετικές αρχές, αλλά:
  • Δεν είναι υποχρεωμένες (οι τράπεζες) να δηλώσουν τα ατομικά στοιχεία, αλλά μόνο το συνολικό ποσό και αριθμό των λογαριασμών.
  • Ούτε οι ελβετικές τράπεζες, αλλά ούτε και οι ελβετικές αρχές δεν πρόκειται να πουν λέξη για τους ιδιοκτήτες των λογαριασμών στις αντίστοιχες ελληνικές αρχές, σύμφωνα πάντα με τη συμφωνία Ελβετίας – Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Φορολόγηση των Αποταμιεύσεων.
  • Αυτά ισχύουν μονάχα για τους λογαριασμούς που ανήκουν σε ιδιώτες Έλληνες φορολογούμενους. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να αποφύγει κανείς κάτι τέτοιο, ιδρύοντας, για παράδειγμα, μια εταιρία – βιτρίνα στην Ελβετία”.
Τα κενά των φορολογικών νομοθετημάτων που διέπουν τις σχέσεις Ευρώπης – Ελβετίας είναι σκανδαλώδη. Παρόλα αυτά, η δημοσίευση του αριθμού των επίσημα καταγεγραμμένων Ελλήνων καταθετών αφήνει μια πικρή γεύση σε όλους όσους εξακολουθούν να προσδίδουν στην ελληνική οικονομική ελίτ, ίχνος πατριοφροσύνης. 

Ο Αντρέας Μίσμπαχ ξεκαθαρίζει τη θέση του αναφορικά με την υποχρέωση αυτής ακριβώς της οικονομικής ελίτ να δηλώσει, έστω και εθελοντικά, τα ελβετικά περιουσιακά της στοιχεία: “Το δεύτερο άρθρο της συμφωνίας μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ελβετίας, που φέρει τον τίτλο “Εθελοντική Γνωστοποίηση”  (Voluntary Disclosure) επιτρέπει στους Έλληνες πολίτες που ενημέρωσαν τις ελληνικές αρχές για τους λογαριασμούς τους στην Ελβετία, να ζητήσουν από τις τράπεζες αυτές (από τους επονομαζομένους “paying agents”) να μεταφέρουν εκείνοι στις ελληνικές αρχές τις όποιες πληροφορίες έχουν να κάνουν με τους προσωπικούς τους λογαριασμούς. Η εν λόγω άδεια προαπαιτείται από την ελβετική νομοθεσία, η οποία θεωρεί παράνομη την οποιαδήποτε παροχή ευαίσθητων πληροφοριών των λογαριασμών πελατών στις ελβετικές τράπεζες (“Banking Secrecy”). Σκοπός αυτού του άρθρου είναι να εισπραχθεί η παρακράτηση φόρου από τους ειλικρινείς Έλληνες φορολογούμενους”.


Ο Ελβετός Μαρκ Χένκενραθ, λέκτορας κοινωνιολογίας στο πανεπιστήμιο της Ζυρίχης και επικεφαλής του διεθνούς οικονομικού προγράμματος και φορολογικής πολιτικής του Alliance Sud, ενός οργανισμού αποκλειστικά αφιερωμένου στην επιρροή της ελβετικής πολιτικής υπέρ των χωρών του τρίτου κόσμου, γνωρίζει μέσα από την εμπειρία της ενεργής του συμμετοχής σε συνομιλίες με την Παγκόσμια Τράπεζα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τις ελβετικές τραπεζικές αρχές, τις λεπτομέρειες που κρύβονται πίσω από τέτοιου είδους “καλλωπισμένες” συμφωνίες:

Όπως γνωρίζουμε, η Ελβετία ως μη μέλος της ΕΕ υπόκειται φορολογικά σε δύο βασικές συμφωνίες. Τη συμφωνία με την Ευρωπαϊκή Ένωση του 2005 και, όσον αφορά την Ελλάδα, την αναθεωρημένη συμφωνία της 16ης Ιουνίου 1983, που τέθηκε σε ισχύ τον Ιανουάριο του 2012. H συμφωνία με την ΕΕ υποχρεώνει τις ελβετικές τράπεζες να επιβάλλουν παρακράτηση φόρου επί των τόκων στους Έλληνες καταθέτες. Τα χρήματα αυτά θα πρέπει κανονικά να περνούν μέσω των ελβετικών οικονομικών αρχών στο ελληνικό δημόσιο”. 

Απροσδιόριστο, όμως, παραμένει το πώς επηρεάστηκε η φορολόγηση των κερδών των Ελλήνων καταθετών στις ελβετικές τράπεζες από αυτές τις διακρατικές συμφωνίες. Ειδικά αν στο επίκεντρο μπει και η πολυσυζητημένη συμφωνία Ελλάδας – Ελβετίας λίγο πριν το τέλος του 2011.

Ο Αντρέας Μίσμπαχ εξηγεί κατά πόσο οι φερόμενοι ως αδήλωτοι λογαριασμοί Ελλήνων υπόκεινται στις συμφωνίες Ευρώπης και Ελλάδας με την Ελβετία: “Η Συμφωνία Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ελβετίας προώθησε για πρώτη φορά τον φόρο παρακράτησης, στον οποίο υπόκεινται όλοι οι αδήλωτοι τραπεζικοί λογαριασμοί στην τράπεζα της HSBC που ανήκαν σε ιδιώτες Έλληνες φορολογούμενους και όχι σε εταιρίες. Η ξεχωριστή συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Ελβετίας στα τέλη του 2011, περιλαμβάνει μία ρήτρα ανταλλαγής πληροφοριών. Οι ελληνικές οικονομικές αρχές μπορούν, πλέον, να ζητήσουν από τις αντίστοιχες ελβετικές, πληροφορίες σχετικά με τραπεζικούς λογαριασμούς οι οποίοι παραμένουν πιθανότατα αδήλωτοι. Οι συνθήκες υπό τις οποίες μπορεί να εξυπηρετηθεί μία τέτοιου είδους πράξη είναι άκρως εμπιστευτικές, αλλά η δυνατότητα να γίνει κάτι τέτοιο υπάρχει. Αυτό από μόνο του θα μπορούσε να επηρεάσει έμμεσα τους υποθετικά αδήλωτους λογαριασμούς της HSBC. Το θέμα είναι ότι εγώ προσωπικά δεν έχω ακούσει ποτέ για καμία απόπειρα των ελληνικών αρχών να χρησιμοποιήσουν αυτήν την δυνατότητα. Μπορεί και να το έχουν ήδη κάνει, αλλά θα ήμουν πολύ περίεργος να μάθω αν όντως έχει γίνει κάτι τέτοιο και πώς το διαχειρίστηκαν οι ελβετικές αρχές”.

Μεγάλο, όμως, ζήτημα αποτελεί για τον Μαρκ Χένκενραθ αυτή ακριβώς η ελληνοελβετική συμφωνία ανταλλαγής πληροφοριών: “Καμία από τις προαναφερθείσες συμφωνίες δεν επηρεάζουν την υποχρέωση των Ελλήνων φορολογουμένων να συμμορφωθούν με τις επιταγές της ελληνικής νομοθεσίας. Η προηγούμενη συμφωνία μεταξύ των δύο χωρών (16/6/1983) επέτρεπε την ανταλλαγή πληροφοριών μόνο για τις περιπτώσεις που το αδίκημα της φοροδιαφυγής κρινόταν σύμφωνα με την ελβετική νομοθεσία. Η συμφωνία μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ελβετίας (2005) υποχρεώνει τους Έλληνες φορολογούμενους με παρακράτηση φόρου της τάξης του 15-35% επί των εσόδων από τις καταθέσεις, ενώ η αναθεωρημένη εκδοχή της απευθείας συμφωνίας Ελλάδας – Ελβετίας του 2011, επιτρέπει στις ελληνικές αρχές να ζητήσουν από τις αντίστοιχες ελβετικές, πληροφορίες για τραπεζικούς λογαριασμούς σε ελβετικές τράπεζες υπό δύο όρους. Πρώτον, να προϋπάρχουν αποδείξεις ότι το πρόσωπο που ερευνάται, κατηγορείται για φοροδιαφυγή και δεύτερον, οι πληροφορίες που θα ζητηθούν να μην αφορούν την χρονική περίοδο πριν την 1η Ιανουαρίου του 2012. Η ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με περιουσιακά στοιχεία και συναλλαγές που έγιναν πριν το 2012 αποκλείεται. Θέλω να επισημάνω αυτήν ακριβώς την πληροφορία, γιατί η λίστα Λαγκάρντ αναφέρεται σε περιπτώσεις πριν το 2009 και οι ελβετικές αρχές δεν πρόκειται ποτέ να επιβεβαιώσουν τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στη λίστα αυτή.” 


Αξίζει εδώ να τονιστεί το παράδοξο των συμφωνιών. Από την επίσημη ενημέρωση ελληνικής πολιτείας και τύπου προκύπτει ότι η οριστική συμφωνία για τη φορολόγηση των ελληνικών καταθέσεων στην Ελβετία δεν έχει τελεσιδικήσει. Η ανακοίνωση του υπουργείου οικονομικών της Ελβετίας στις 28/12/2011 αναφέρει ρητά ότι “το πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας αμφίδρομης φορολόγησης της 4ης Νοεμβρίου 2010 μεταξύ Ελάδας και Ελβετίας, τίθεται σε ισχύ. Πέρα από τη ρήτρα διοικητικής συνδρομής του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), Ελβετία και Ελλάδα έχουν συμφωνήσει, μεταξύ άλλων, να εξαιρεθούν οι πληρωμές μερισμάτων σε συνταξιοδοτικά ταμεία και οι δημόσιοι οργανισμοί από κάθε μελλοντική παρακράτηση φόρου. Ο συντελεστής φόρου που η χώρα προέλευσης δικαιούται να εισπράξει για πληρωμές τόκων, έχει μειωθεί από 10%, που είναι σήμερα, σε 7%. Μία ρήτρα διαιτησίας έχει επίσης υιοθετηθεί στο πλαίσιο του αναθεωρημένου συμφώνου με την Ελλάδα. Αυτό θα συμβάλει στην οριστική αποφυγή διπλής φορολόγησης. Οι διατάξεις του πρωτοκόλλου της φορολογίας θα ισχύσουν από την 1η Ιανουαρίου 2012. Το Πρωτόκολλο Τροποποίησης έχει εγκριθεί από τα κοινοβούλια και των δύο χωρών.”

Σε παρέμβαση του προς τον βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Δημήτρη Παπαδημούλη στις 22/12/2011, ο τότε υπουργός οικονομικών Ευάγγελος Βενιζέλος τόνισε πως η συμφωνία αυτή αποτελεί μια τυπική τροποποίηση της παλαιότερης συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και Ελβετίας, με σκοπό την αποφυγή διπλής φορολόγησης και τη διευκόλυνση της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των δύο χωρών στα πλαίσια της μάχης κατά της φοροδιαφυγής. Η συμφωνία αυτή “δεν έχει καμία σχέση με τη συμφωνία που έκανε η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο πριν λίγους μήνες και στα χνάρια της οποίας πατάει η Ελλάδα για να κάνει τώρα μια τρίτη συμφωνία με την Ελβετία, παρά τις αντιρρήσεις όντως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής η οποία θέλει την ιδεώδη συμφωνία με την Ελβετία, αλλά δεν έχει φέρει μέχρι σήμερα καμία συμφωνία με την Ελβετία […] Άρα είναι ψεύδος ότι η συμφωνία αυτή έχει οποιαδήποτε σχέση με τη συμφωνία που επεξεργαζόμαστε και το προσύμφωνο της οποίας θα υπογραφεί -θέλω να ελπίζω- το συντομότερο γιατί έχουν ανταλλαγεί τα σχέδια προκειμένου να εφαρμόσουμε και εμείς αυτό που εφάρμοσε η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο” συμπληρώνει ο σημερινός πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ.

Είναι η περίοδος που η λίστα Λανγκάρντ έχει φτάσει στα χέρια του Ευάγγελου Βενιζέλου και η πολιτική πίεση για τη συμφωνία Ελλάδας – Ελβετίας δοκιμάζει τα άρια της ρητορικής δεινότητας του διαδόχου του Γιώργου Παπανδρέου: “Και όταν μιλήσουμε για αυτή τη συμφωνία που θα αποκαλύψει το πραγματικό μέγεθος των χρημάτων ελληνικής προέλευσης που βρίσκονται σε ελβετικές τράπεζες, εκεί θα πει ο καθένας τι νομίζει ότι πρέπει να προστεθεί ή να αφαιρεθεί επί τη βάση των δυνατοτήτων που μας παρέχει το διεθνές δίκαιο και αυτό το πλαίσιο που διαμορφώνεται. Και εκεί θα δούμε ότι υπάρχουν πολύ σοβαρά προβλήματα –φοβούμαι- διότι υπάρχουν καταθέσεις οι οποίες μπορεί να μην προέρχονται από δραστηριότητα στην Ελλάδα και πρέπει η Βουλή των Ελλήνων να τοποθετηθεί σε συνδυασμό με την έκκλησή μου προς τον ελληνικό λαό και προς τους Έλληνες της Διασποράς και προς το ελληνικό ναυτιλιακό κεφάλαιο, να διαμορφώσουμε ένα κίνημα επιστροφής των καταθέσεων στην Ελλάδα”.

Το Tax Justice Network των Νίκολας Σάξον και Αντρέας Μίσμπαχ είχε ασχοληθεί εκτενώς με την υπόθεση των ελληνοελβετικών συνομιλιών του 2011 για ανταλλαγή πληροφοριών. Ο χειρισμός αυτής ακριβώς της συμφωνίας θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να συσχετιστεί με την, τουλάχιστον, ύποπτη τάση εξαφάνισης που παρουσίαζε για δύο ολόκληρα χρόνια η λίστα Λαγκάρντ.

Πάντοτε αναρωτιόμουν αν η υπόθεση της λίστας Λαγκάρντ ήταν ένα ζήτημα σχετικά με τις τρέχουσες διαπραγματεύσεις μεταξύ Ελλάδας και Ελβετίας στα πλαίσια του λεγόμενου “Μοντέλου Rubik”. Οποιοσδήποτε θα μπορούσε εύκολα να φανταστεί, για παράδειγμα, ότι οι ελληνικές αρχές πιέζονται από τις αντίστοιχες ελβετικές για τη μη χρήση της συγκεκριμένης λίστας καταθετών”, λέει ο Ελβετός οικονομολόγος της “Berne Declaration” Ολιβιέρ Λονγκσάμπ.

Το ελβετικό “Μοντέλο Rubik” βρέθηκε στο στόχαστρο του TJN από το ξεκίνημα της εξάπλωσης των φημών περί της ελληνοελβετικής συμφωνίας ανταλλαγής πληροφοριών για τις τραπεζικές καταθέσεις. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του μοντέλου αυτού, το οποίο έχει ήδη τεθεί και σε άλλες διακρατικές συμφωνίες της Ελβετίας, με Βρετανία και Γερμανία, αποτελείται, κατά το TJN, από δύο βασικά σκέλη: 

Πρώτον, η Ελβετία εισπράττει εφάπαξ το πληρωτέο κεφάλαιο και το αποδίδει στη χώρα του εκάστοτε φορολογούμενου, ανώνυμα. Αυτό σημαίνει ότι η Βρετανία, για παράδειγμα, θα εισπράξει ένα μέσο όρο 20-25% της αξίας του κεφαλαίου των τελευταίων 10 ετών… και μόλις αυτό πληρωθεί, κάθε προηγούμενη ποινική ευθύνη θα έχει διαγραφεί. Δεύτερον, οι λογαριασμοί επιβαρύνονται με φόρους παρακράτησης μεταγενέστερων εισοδημάτων, οι οποίοι στην περίπτωση της Βρετανίας κυμαίνονται μεταξύ 27-48%.” 

Το TJN βασιζόμενο στα ποσοστά αυτά, υπολογίζει πως η κυβέρνηση της Βρετανίας αναμένεται να εισπράξει το ένα δέκατο από τις 4-7 δισ. στερλίνες που είχε υποσχεθεί στην κοινή γνώμη πριν από τη σύναψη της συμφωνίας της με την Ελβετία. Αυτή ακριβώς η σκανδαλώδης κάλυψη των ενόχων και η φορολογική αμνηστία του παρελθόντος φέρεται να προκάλεσε το πρόσφατο πολιτικό ναυάγιο των γερμανοελβετικών συνομιλιών για ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τις καταθέσεις Γερμανών φορολογουμένων σε ελβετικές τράπεζες.

Τα κενά του “Μοντέλου Rubik” συμπίπτουν, συμπτωματικά, με πολλά από τα κενά της Ευρωπαϊκής Οδηγίας Φορολόγησης Αποταμιεύσεων, που αναφέρθηκε προηγουμένως. Ιδρύματα, “discretionary trusts”, και πολλά ακόμη “αδέσποτα” οικονομικά δημιουργήματα βρίσκονται σκόπιμα και ρητά εκτός του πεδίου του Rubik.

Εκτός του μοντέλου παραμένουν, επίσης, τα ασφαλιστικά προϊόντα, γνωστά και ως “insurance wrappers”, τα οποία τιτλοποιούν τα ιδιωτικά κέρδη από τις αδήλωτες καταθέσεις στο όνομα μιας ασφαλιστικής εταιρίας – δικαιούχου, οι εμπορικές εταιρίες όπως αυτές που συναντάμε στα νησιά Κεϊμάν και την Ελβετία, τα τέλη, οι δωρεές, τα δάνεια, οι εκτός Ελβετίας τραπεζικοί λογαριασμοί που ανοίχτηκαν με χρήματα που μέχρι πρότινος βρίσκονταν σε ελβετικό τραπεζικό έδαφος και η λεγόμενη “αναβολή” (Defer), η οποία επιτρέπει την καθυστέρηση είσπραξης κάθε είδους εισοδήματος από τον δικαιούχο, μέχρι αυτός να μετακινηθεί σε άλλη χώρα.

Εύλογα, λοιπόν, δημιουργείται η απορία για το αν στην περίπτωση της λίστας Λαγκάρντ, η αποκάλυψη ονομάτων καταθετών αποτέλεσε τροχοπέδη στην πορεία δημοσιοποίησης ή έστω χρήσης της συγκεκριμένης λίστας από τους πρώην υπουργούς οικονομικών Γιώργο Παπακωνσταντίνου και Βαγγέλη Βενιζέλο: “Δεν μπορούμε, φυσικά, να γνωρίζουμε τους πραγματικούς λόγους για τους οποίους δύο πρώην υπουργοί οικονομικών της Ελλάδας δεν χρησιμοποίησαν ποτέ αυτήν τη λίστα. Μόνο προβλέψεις και υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε, κι αυτές είναι πολύ πιθανό να απέχουν πολύ από την πραγματικότητα” συμπληρώνει ο Ολιβιέρ Λονγκσάμπ και συνεχίζει: 

Αυτό το οποίο όλοι αναρωτιούνται, είναι το αν είναι εφικτό για μια κυβέρνηση που ψάχνει απεγνωσμένα για χρήματα, όπως η ελληνική, να επιτύχει μια συμφωνία με τις ελβετικές αρχές που θα της αποφέρει κάποια έσοδα, ζητώντας, παράλληλα, πληροφορίες για τις ταυτότητες χιλιάδων κρυμμένων Ελλήνων φορολογουμένων. Μια κίνηση σαν αυτή θα επανέφερε στο προσκήνιο τον σκιώδη ρόλο των ελβετικών τραπεζών απέναντι στις ελληνικές αρχές. Επιδιώκοντας την αποκάλυψη των ταυτοτήτων των καταθετών, οι ελληνικές αρχές πιθανότατα να ρίσκαραν με υπονόμευση της καλής θέλησης των αντίστοιχων ελβετικών, ενώ θα έχαναν στην πορεία το διαπραγματευτικό χαρτί του “είτε προχωράμε με μια τύπου Rubik συμφωνία και παίρνουμε τα χρήματα που προβλέπονται, είτε ζητάμε επίσημη πληροφόρηση με βάση τα στοιχεία της λίστας αυτής””.

Είναι γεγονός ότι όλες αυτές οι σκέψεις αποτελούν ένα δείγμα από τα δεκάδες επεξηγηματικά σενάρια της συστηματικής απώλειας της λίστας ανάμεσα σε υπουργικά και βουλευτικά γραφεία, όσο επίσης γεγονός είναι ότι, σύμφωνα με τα επίσημα κυβερνητικά χείλη, κανένα χειροπιαστό αποτέλεσμα δεν έχει προκύψει από τις ελληνοελβετικές συνομιλίες του Δεκέμβρη του 2011.

Για ένα πράγμα είμαστε όλοι βέβαιοι” λέει ο Ολιβιέρ Λονγκσάμπ. “Ότι οι ελβετικές αρχές έκαναν πάντοτε ξεκάθαρο το ότι θα αρνηθούν οποιαδήποτε παροχή πληροφοριών με βάση τα στοιχεία της λίστας Λαγκάρντ, διότι αποτελεί προϊόν υποκλοπής. Αν η Ελλάδα ζητούσε επίσημη πληροφόρηση με βάση αυτήν τη λίστα, κι άλλες χώρες θα ακολουθούσαν το παράδειγμα της, κάνοντας την Ελβετία να αλλάξει εντελώς πολιτική αναφορικά με την αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού σαν σύνολο. Βέβαια, θα μπορούσαμε κάλλιστα να φανταστούμε ότι οι ελβετικές αρχές ίσως και να μην ανησυχούσαν καθόλου, για τον απλούστατο λόγο ότι η συγκεκριμένη λίστα παρέμενε “ξεχασμένη” από τους Έλληνες ομολόγους τους”.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο το ίδιο το Υπουργείο Οικονομικών της Ελβετίας και η Ομοσπονδιακή Φορολογική Διοίκηση (Federal Tax Administration/FTA) απαντούν, ή αποφεύγουν να απαντήσουν, στις ερωτήσεις σχετικά με τη λίστα Λαγκαρντ και τους Έλληνες καταθέτες:

ΕΡΩΤΗΣΗ: Είναι υποχρεωτική ή προαιρετική η δήλωση των καταθέσεων σε ελβετικές τράπεζες, σύμφωνα με τους Ευρωπαϊκούς Κανόνες Φορολόγησης Αποταμιεύσεων;
FTA: Η συμφωνία για τη φορολόγηση των εσόδων από τις καταθέσεις στις ελβετικές τράπεζες βρίσκεται σε ισχύ από την 1η Ιουλίου του 2005. Η συμφωνία παρέχει στον Ευρωπαίο φορολογούμενο που εισπράττει πληρωμές τόκων, την επιλογή να διαλέξει μεταξύ του συστήματος παρακράτησης φόρου ή την εθελοντική δήλωση στις φορολογικές αρχές της χώρας του.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Λαμβάνοντας υπόψιν ότι η λίστα Λαγκάρντ είναι γνήσια, τα άτομα που περιλαμβάνονται σε αυτήν παραβίασαν κάποιο νόμο; 
FTA: Ρωτήστε τις αντίστοιχες ελληνικές αρχές.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του φορολογικού τμήματος του ελβετικού υπουργείου οικονομικών, από το 2006 ως το 2009 μόλις 70 Έλληνες φορολογούμενοι δήλωσαν τα περιουσιακά τους στοιχεία στις ελβετικές τράπεζες. Υπάρχει κάποιος άλλος οργανισμός εκτός του δικού σας, που να περιλαμβάνει επιπλέον επίσημα στοιχεία, ή αυτά είναι τα μοναδικά διαθέσιμα;
FTA: Αυτά είναι τα επίσημα στοιχεία. Αλλά όπως σας είπα και προηγουμένως, θυμηθείτε: Η συμφωνία δίνει τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ παρακράτησης φόρου και εθελοντικής δήλωσης στις φορολογικές αρχές της χώρας. Επομένως το 2005, 29 Έλληνες φορολογούμενοι επέλεξαν την εθελοντική δήλωση, 61 το 2006, 70 το 2007 ως το 2009, 365 το 2010 και 1360 το 2011. Παρόλα αυτά δεν γνωρίζουμε τον ακριβή αριθμό των Ελλήνων που επέλεξαν την παρακράτηση φόρου.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Πιστεύετε ότι οι καταθέτες της λίστας Λαγκάρντ -λαμβάνοντας υπόψιν ότι η λίστα είναι γνήσια- εκμεταλλεύτηκαν κατά κάποιο τρόπο τα κενά των Ευρωπαϊκών, ελβετικών και ελληνικών φορολογικών νόμων; Επέφερε κάποια αλλαγή στο κλίμα γύρω από τους Έλληνες καταθέτες των ελβετικών τραπεζών, η συμφωνία του 2011 μεταξύ Ελλάδας και Ελβετίας;
FTA: Ρωτήστε τις αντίστοιχες ελληνικές αρχές. 

Το ελληνικό δημόσιο αναμένει, σύμφωνα με τον Γιάννη Στουρνάρα, τις γαλλικές αρχές για να ταχυδρομήσουν ξανά τη μοιραία λίστα Λαγκάρντ, ενώ κανείς δεν έχει δώσει, μέχρι τώρα, μια πειστική εξήγηση για το λόγο που το υπουργείο οικονομικών ζήτησε την επανάληψη της αποστολής της. Μοναδική αιτιολογία παραμένει το τεκμήριο της αμφιβολίας για το αν η δημοσιευμένη λίστα είναι όντως γνήσια.

Τα επίσημα, όμως, οικονομικά στοιχεία και οι επισημάνσεις για το φορολογικό καθεστώς που κρύβει πίσω της κάθε είδους λίστα καταθετών σε ελβετικούς τραπεζικούς παραδείσους, δεν χωρούν καμία αμφισβήτηση. Το ζητούμενο είναι να δοθεί μια ειλικρινής απάντηση στο τι κάνουμε σήμερα. Ένα αυστηρά οριοθετημένο χρονοδιάγραμμα με τις ενέργειες, τις διαδικασίες και τον οριστικό προσδιορισμό των διακρατικών συμφωνιών που θα ακολουθήσουν την αποστολή -αν ποτέ αυτή γίνει- του αντιγράφου της λίστας που πριν από δύο χρόνια πήρε στα χέρια του ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου.

Χρονοδιάγραμμα, όμως, δεν υπάρχει. Όσο το πολυπόθητο φορολογικό του Δεκεμβρίου παραπέμπει την προεκλογική κυβερνητική δέσμευση για συστηματοποιημένη αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής στο καλοκαίρι του 2013, τόσο τα δεκάδες νόμιμα παραθυράκια εγχώριας και διεθνούς φορολογικής νομοθεσίας δίνουν την ευκαιρία σε ευυπόληπτους συμπολίτες μας να απολαμβάνουν μια συνεχιζόμενη κρατικοδίαιτη φοροαμνηστία. 

Σε αυτό το σημείο αξίζει να δει κάποιος την επίσημη εικόνα των ελληνικών καταθέσεων στην Ελβετία, μέσα από την έκθεση της Εθνικής Τράπεζας της χώρας για το 2011.


Τα 4 δισ. 310 εκατομμύρια ελβετικά φράγκα ελληνικών καταθέσεων και λοιπών επενδυτικών προϊόντων σε 82 ελβετικές τράπεζες, πιθανόν να μην καταδεικνύουν την πραγματική εικόνα μιας ακόμη ιστορίας τραπεζικού μυστικισμού. Δίνουν, όμως, μια χαρακτηριστική γεύση για το μέγεθος του πλούτου που μιλάμε.   

Μπορεί τα ποσά αυτά να μην αποτελούν, πιθανότατα, το ακριβές δείγμα των ελληνικών χρημάτων της Ελβετίας για διάφορους λόγους, αλλά τουλάχιστον στέλνουν ένα μήνυμα” λέει ο Αντρέας Μίσμπαχ. 

Το ερώτημα σε όλη αυτήν την ιστορία φορολογικών παραδείσων, διάτρητων συμφωνιών και παραπεταμένων λιστών, εξακολουθεί να παραμένει αδυσώπητα υπαρκτό: Ως πότε μια πολιτεία που έχει χρεοκοπήσει δύο φορές μέσα σε έναν μόλις χρόνο και μια κυβέρνηση που ζητά και ξαναζητά να αποσταλούν οι λίστες των καταθετών της ως άλλος αργόσχολος κρατικοδίαιτος υπάλληλος, θα συνεχίζει να θεωρεί τα ανήλικα παιδιά τεκμήριο και τα εισοδήματα κάτω από τα επίσημα όρια φτώχειας φορολογήσιμα, τη στιγμή που χιλιάδες Έλληνες καταθέτες της Ελβετίας μεταμφιέζονται σε “70 υπέροχους φορολογούμενους”;
Advertisements