Ποιος φοβάται τα παιδιά;

Posted on December 6, 2012

2



Τέσσερα χρόνια πέρασαν από τη νύχτα που οι ειδικοί φρουροί της ελληνικής αστυνομίας δολοφόνησαν τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο. Ήταν το τόσο μακρινό 2008, όταν οι χριστουγεννιάτικες καμπάνες της γιορτινής Αθήνας ηχούσαν εξοργισμένες ένα μήνυμα αντίδρασης και ανυπακοής, προφητεύοντας σκηνές βγαλμένες από τις πιο μαύρες περιόδους της ιστορίας. Ποιος, όμως, φοβήθηκε πραγματικά εκείνα τα παιδιά;

Η πορεία των γεγονότων, είναι η μοναδική αξιόπιστη απάντηση αυτού του ερωτήματος. Ένας νέος άνθρωπος δολοφονήθηκε και χιλιάδες συνομήλικοι του, γονείς που για μερικές μέρες τον αντιμετώπισαν σαν να ήταν δικό τους παιδί, απλοί άνθρωποι που είδαν την εποχή της βίας και της άγριας καταστολής να (επαν)έρχεται, απαίτησαν το μοναδικό πράγμα που μπορεί να σταματήσει μια κοινωνική κατρακύλα που είχε ήδη πάρει ανεξέλεγκτη φόρα: Δικαιοσύνη.

Η δικαιοσύνη επιβλήθηκε με τον δικό της τρόπο· τον ίδιο ακριβώς τρόπο που επιβλήθηκε το 2007, λίγους μήνες μετά τις δολοφονικές πυρκαγιές της Πελοποννήσου, αλλάζοντας, αυτή τη φορά, το ρόλο του πρωταγωνιστή. Η δικαιοσύνη επιβλήθηκε με το 44% στο “λεφτά υπάρχουν” του Γιώργου Παπανδρέου.   


Σήμερα χιλιάδες μαθητές βγαίνουν στους δρόμους για να θυμίσουν σε εκείνους που όπλισαν το χέρι του Κορκονέα, ότι δεν ξεχνούν. Παιδιά· που η κυβέρνηση τα θεωρεί τεκμήρια διαβίωσης· που η σύγχρονη παιδεία, υγεία, πρόνοια, αστυνομία, δικαιοσύνη, οικονομία τα θεωρεί αδέσποτα, παράνομα προϊόντα της λογιστικής απερισκεψίας εκείνων τα φέρανε στον κόσμο.


Παιδιά· σαν εκείνα του Δεκεμβρίου του ’08, που με τη φωτογραφία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου στο χέρι, είπαν φτάνει πια. Τα ίδια παιδιά που τρία χρόνια μετά τη δολοφονία του συμμαθητή τους, έσπαγαν κάθε ρεκόρ εγγραφών στις στρατιωτικές και αστυνομικές σχολές της χώρας “για να βρουν σίγουρη δουλειά”. Σχολές που σήμερα κλείνουν με απόφαση της τρόικας, γιατί η χώρα γέμισε με μπάτσους και καραβανάδες.


Οργισμένα παιδιά· που πρώτα απ’ όλους νιώσανε τα κατασχεμένα σπίτια, τις διαλυμένες οικογένειες, την φρικτή ανεργία των νέων, την καταστολή της σφαίρας, τον οικονομικό πόλεμο, τον θάνατο, να βρίσκονται τόσο κοντά. Τα ίδια παιδιά που το Μάιο και τον Ιούνιο του 2011 προετοιμάζονταν για τις πανελλαδικές τους εξετάσεις, φτιάχνανε τις βαλίτσες τους το εξωτερικό, απομακρύνονταν από τις καφετέριες του κέντρου της Αθήνας γιατί η μυρωδιά του χημικού δεν ταίριαζε με τον φρέντο εσπρέσο.


Όχι, δεν είναι όλοι έτσι. Υπάρχουν πολλοί που αφήσανε τα πάντα στην άκρη και ματώσανε για να θυμίσουν στον κόσμο ότι η δικαιοσύνη είναι κάτι που κερδίζεται, δεν χαρίζεται. Είναι οι ίδιοι που στην ερώτηση αν έχουν έστω και έναν συμμαθητή, συμφοιτητή ή φίλο τους που αδιαφόρησε και εξακολουθεί να αδιαφορεί πλήρως για όλα όσα ακολούθησαν τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, θα σου απαντήσουν “μακάρι να ‘ταν μόνο ένας”.


Κι όμως δεν είναι όλοι έτσι. Είναι μόνο οι μερικές χιλιάδες υποψήφιοι στρατιωτικών και αστυνομικών σχολών και ακόμη μερικές χιλιάδες απολιτίκ δεκαπεντάχρονων του 2008 που είδαν στα λόγια της χρυσής αυγής μια γοητεία εφάμιλλη της πολιτικής ασχετοσύνης των πατεράδων και μανάδων τους. Εκείνης της ασχετοσύνης που έδωσε τα κλειδιά στον Γιώργο Παπανδρέου και τον Αντώνη Σαμαρά.


Γιατί τον φασισμό στην πόρτα μας τον φέραν οι αδιάφοροι του ’08. Όχι οι μαθητές και οι σπασμένες βιτρίνες των τραπεζών. Οι αδιάφοροι. Και ήταν πολλοί αυτοί οι αδιάφοροι. Πολλοί περισσότεροι απ’ όσο θέλαμε να νομίζαμε. 


Ήταν εκείνοι που σε κάθε ευκαιρία λοιδορούσαν για οικειοποίηση νεκρών, αλλά ταυτόχρονα φοβόντουσαν το κοριτσάκι του “γιατί κύριε;”. Αυτοί, που πέρασε πολλάκις εκείνες τις ώρες απ’ το μυαλό τους να ανάψουν ένα ρεσό έξω από τις καμένες τράπεζες των εορτοδανείων τους, αλλά τα κράτησαν μήπως και στραβώσει η ατμόσφαιρα για την πρωτοχρονιά του 2009.


Τα παιδιά του ‘08 μεγάλωσανε. Και είδαν τα παιδιά του ‘12 να γίνονται τεκμήρια. Είδανε τους μισούς από τους συμμαθητές τους άνεργους. Πολλούς να μεταναστεύουν. Είδαν τους γονείς τους να παρακαλούν να μην τους κοπεί το ρεύμα και τον πατέρα τού γείτονα να βουτάει απ’ την ταράτσα για να λυτρωθεί. Είδαν τον Δημήτρη Χριστούλα να πέφτει στην πλατεία Συντάγματος καλώντας εκείνους, πρώτους από όλους, να σταματήσουν να ζουν σαν ένοχοι μιας πολιτείας δίχως ίχνος δικαιοσύνης.


Θα ήταν πολύ βολικό να μιλήσω για τους ηρωισμούς εκείνων των ωρών. Για την αλληλεγγύη του δρόμου, για τα παιδιά που βρέθηκαν για πρώτη φορά στη ζωή τους μέσα σε πραγματικές συνθήκες μάχης. Αυτό το κάνουν πολλοί άλλοι, με απείρως μεγαλύτερο ταλέντο από το δικό μου.


Εγώ έχω να πω μονάχα αυτό.


Μετά από τέσσερα χρόνια, τρία μνημόνια και χιλιάδες νεκρούς σε δρόμους, πορείες και γειτονιές, παραμένω με την ίδια απορία του Δεκεμβρίου του ’08. Ποιος φοβάται τα παιδιά;


(Η Νέα Δημοκρατία δεν φοβάται την επανάσταση των παιδιών. Την επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ φοβάται. Αυτό δείχνει η εμετική ανακοίνωση-απάντηση στη νεολαία του, παρά φόβο μην γίνει καμιά επανάσταση. Η “επανάσταση”, άλλωστε, έγινε στις εκλογές του Ιουνίου του 2012.)  

Advertisements