Η χρυσή αυγή μιας ευκαιρίας

Posted on September 12, 2012

0


Με αφορμή μια ανώνυμη αλλά και αρκετές επώνυμες καταγγελτικές απόψεις, άνοιξε για μία ακόμη φορά η κουβέντα για την εξίσωση της συνταγματικά κατοχυρωμένης διαμαρτυρίας με τις ρατσιστικές επιθέσεις μίσους.


Το περιστατικό της Ραφήνας επιχειρήθηκε να τσουβαλιαστεί με το μεταλλείο στις Σκουριές αλλά και με άλλες περιπτώσεις, όπως την Κερατέα ή ακόμη και τη Χαλυβουργία.


Πολλές φορές στο παρελθόν μια τέτοιου είδους ρητορική επιχείρησε να επιβάλλει την άποψη ότι κάθε είδους διαμαρτυρία είναι εν τη γενέσει της παράνομη πράξη. 


Οι αλήστου μνήμης “παράνομες και καταχρηστικές” απεργίες που σωρηδόν χαρακτήριζε ο θιγμένος σήμερα δικαστικός τομέας που βρίσκεται κι αυτός στους δρόμους, ήταν πάντοτε η πρώτη και πάγια κίνηση. Η ανώνυμη και επώνυμη δημόσια καταγγελία της από συγκεκριμένα μέσα, η επόμενη.


Τα μεγάλα και κεντρικά σωματεία γίνονταν κάθε μέρα μάρτυρες μεμονωμένων καταγγελιών για ασύλληπτες εργασιακές καταστάσεις, παράνομους εργοδοτικούς όρους και εκδικητικές απολύσεις, με την ανυπαρξία ίχνους αλληλεγγύης και σοβαρής διεκδίκησης να παίρνει μυθικές διαστάσεις.


Ένα αυτοενοχοποιητικό φαινόμενο που συμπλήρωνε την ποινικοποίηση της ίδιας της ιδέας που αντιπροσωπεύει η αντίδραση και η διεκδίκηση ατομικού και συλλογικού δικαίου. Κοινώς, αφού δεν αντιδράς εσύ, που φέρεσαι ως προστάτης των ομοίων σου, γιατί να σε ενοχλήσει μια κατάργηση του δικαιώματος της ίδιας της διαμαρτυρίας σου;


Γενικές και αόριστες απεργίες, υπήρξαν πολλές. Κάποιες από αυτές και “δυναμικές”. Δυναμικές ως προς τη συμμετοχή και τον παλμό, γιατί από πλευράς επίτευξης των στόχων τους, απέβησαν άκαρπες.


Αυτή, τουλάχιστον, είναι η επικρατούσα άποψη γύρω από τις διαμαρτυρίες και το δικαίωμα του κάθε πολίτη να διεκδικεί. Σε αυτήν την ιδέα, λοιπόν, κούμπωνε κάθε φορά και η ενοχοποίησή της.


Η διαφήμιση των υλικών ζημιών δίχως την παραμικρή αναφορά σε ακραία, πολεμικά περιστατικά εναντίον άοπλων πολιτών που υπέφεραν από τις δυνάμεις καταστολής και επιχειρήματα που είχαν να κάνουν με τον τουρισμό και τη δημόσια υγεία, έφεραν σχεδόν κάθε πορεία, απεργία κ.ο.κ. προ τετελεσμένων γεγονότων.


Ήταν, μάλιστα, τόσο διάχυτη η ιδέα της επικείμενης καταστροφής, που κάθε ανακοίνωση γενικής απεργίες γέμιζε την Αθήνα με αρματωμένους ξένους ρεπόρτερ έτοιμους να αντιμετωπίσουν σκηνικά Βαγδάτης.   


Η ρητορική της ενοχοποίησης της κουκούλας, της φωτογραφικής μηχανής ή της μάσκας -ακόμη και της χειρουργικής των τριών ευρώ- έβρισκε μέχρι σήμερα τείχο. Ναι μεν οι διαμαρτυρίες ήταν σχεδόν όλες τους “κάτι πολύ κακό που εξισωνόταν ή παρασυρόταν από ακραίες απόψεις” αλλά ποτέ κάτι ιδεολογικά δολοφονικό.


Όλα αυτά μέχρι την παρουσία της Χρυσής Αυγής και το σταδιακό ξεδίπλωμα των προθέσεων και των ορίων της.


Με αυτόν τον τρόπο γεννήθηκε ένα νέο, δυναμικό και στιβαρό επιχείρημα. Όπως η ίδια η Χρυσή Αυγή αναζήτησε και βρήκε το κενό που άφησε ο προπομπός του καλοντυμένου κοινοβουλευτικού φασισμού που άκουγε στο όνομα ΛαΟΣ, έτσι και συγκεκριμένα μέσα και άνθρωποι ανακάλυψαν το κενό που έκανε όλα αυτά τα χρόνια την επιχειρηματολογία τους να μένει στα χαρτιά και τις ιδιωτικές τους συζητήσεις.


Η εξίσωση της Ραφήνας με τις Σκουριές και οι δραματικές περιγραφές για “τα πογκρόμ του θανάτου από ακροαριστερά και ακροδεξιά που κατρακυλούν την κοινωνία στην ανομία και το χάος”, έφεραν στο προσκήνιο τα ψευδοαντιφασιστικά ένστικτα του μέσου αναγνώστη/τηλεθεατή.


Αυτήν την νεκρή θρησκεία της οποίας όλοι οι περήφανοι Έλληνες θεωρούν εαυτούς πιστούς, που τους θέλει περήφανα παιδιά εκείνων που πολέμησαν με απαράμιλλη ανδρεία τον χιτλερικό φασισμό. Μια ιδέα που όχι μόνο απενοχοποιεί αυτόματα τον θαυμασμό πολλών εξ αυτών για το έργο της Χρυσής Αυγής, αλλά καταπίνει αμάσητη και την “εξίσωση των άκρων”.


Η χρυσή ευκαιρία της Χρυσής Αυγής φαίνεται μπροστά στην επικείμενη έκρηξη, η μόνη λύση που θα επιφέρει τις επιθυμητές -και πάντοτε νόμιμες και συνταγματικές- “τροποποιήσεις”. 


Το “ιδιώνυμο”, μια πολύ όμορφη Βενιζελική εφεύρεση της μεσοπολεμικής Ελλάδας, βρήκε το δρόμο του ξανά στα χείλη των κέντρων αποφάσεων. 

Τι πιο ασφαλές για την ομαλή είσοδο του στην πραγματικότητα, από την επίκληση σε αυτά τα αρχέγονα νεοελληνικά ένστικτα που πάντοτε παρουσιάζουν τις μάζες οπαδούς του φασισμού και αντιφασίστες ταυτόχρονα.  

Advertisements