Συνειδησιακή αντιρουφιανιά

Posted on August 20, 2012

0


Το περιστατικό της Ύδρας είναι μια τουλάχιστον μπερδεμένη, για να μην πω γελοία, ιστορία που εύκολα μπορεί να αποτελέσει τη μικρογραφία μιας κατάστασης που διαιωνίζεται, σε μια κοινωνία κρίσης, ανέχειας, υποτέλειας και αστακομαχιών.


Οι ειδήσεις και οι εικόνες που ήρθαν από το νησί του Σαρωνικού, έδειξαν μια τυπική διαδικασία να μετατρέπεται σε ωδή τραγέλαφου στα πληκτρολόγια ξένων -και κυρίως γερμανικών- μέσων ενημέρωσης. 


Δέκα μέρες μετά τη χολή των τούρκικων εφημερίδων για τον αστακοπόλεμο της Μυκόνου, τα ντουζ με τρίλιτρες πανάκριβες βότκες και τα πεντοχίλιαρα για τον πρώτο καναπέ πίστα στη συναυλία του Σάκη Ρουβά, αγανακτισμένοι κάτοικοι της Ύδρας φάνηκαν να προπηλακίζουν υπαλλήλους της οικονομικής αστυνομίας και ΜΑΤ να αποβιβάζονται ανάμεσα στα καλαμαράκια και τα ξιδάτα χταπόδια των παραλιακών ταβερνών του λιμανιού της Ύδρας.


Πολιτικές παρεμβάσεις, από τη στιγμή που στην ιστορία μπλέχτηκαν οι αρματωμένες δυνάμεις επιβολής της τάξης, φυσικά και θα είχαμε. Όπως είχαμε και μια διάχυτη απορία για το ποιος είναι ο πραγματικός ρόλος της αστυνομίας, ποιο είναι το επίπεδο εκπαίδευσης των αστυφυλάκων που υποτίθεται πως σε καταστάσεις ανάγκης είναι υπεύθυνες για τη διατήρηση της ομαλότητας και κυρίως ποιο είναι τελικά εκείνο το μέτρο πολιτειακής και ταξικής συνείδησης του κατοίκου κάθε γωνιάς αυτής της χώρας.


Η φοροδιαφυγή είναι ένα πολύ σημαντικό σύμπτωμα. Αλλά δεν είναι και ούτε ποτέ ήταν, το πραγματικό πρόβλημα. Η πηγή του κακού που βρίσκει απάντηση στο φαινόμενο του μαύρου χρήματος και της παράνομης οικονομίας, ήταν και παραμένει η έλλειψη δικαιοσύνης.


Για την επιβολή της -όποιας- δικαιοσύνης, δουλειά της πολιτείας είναι να προστατεύει τα μέλη της. Όταν, μάλιστα, μιλάμε για βίαιες καταστάσεις που εγκυμονούν άμεσους κινδύνους, τότε η χρησιμότητα της παρέμβασης εκπαιδευμένων ανθρώπων, είναι ζωτικής σημασίας.


Έρχεται όμως και το σημείο όπου η κρατική παρεμβατικότητα δεν μπορεί και στην συγκεκριμένη περίπτωση, δεν θέλει καν να ψηλαφίσει. Είτε πρόκειται για έναν φοροφυγά ταβερνιάρη, έναν μουσαντένιο τυφλό, έναν αγρότη με αεριτζίδικα χωράφια, έναν καταπατητή, έναν ιδιοκτήτη αυθαιρέτου. 


Δεν χωρά καμία αμφιβολία. Ο Έλληνας είναι αλλεργικός στη ρουφιανιά. Θεωρεί κορόιδο τον ξένο που θα σε αφήσει μόνο σου στην αίθουσα ενός πανεπιστημίου του εξωτερικού να εξεταστείς δίχως καμία επιτήρηση και ακόμη πιο μαλάκα τον αλλοδαπό συμφοιτητή που θα σου πει “mind your own business” όταν γυρίσεις και του ζητήσεις την απάντηση σε ένα θέμα που είχες την ατυχία να μην θυμάσαι και μετά σε δώσει στον επιβλέποντα καθηγητή.


Είναι άτυπη υποχρέωση να αναβοσβήσεις τους προβολείς του αυτοκινήτου σου για να ειδοποιήσεις τους οδηγούς του αντίθετου ρεύματος της εθνικής οδού να κόψουν ταχύτητα, επειδή εκατό μέτρα πιο κάτω έχει στήσει μπλόκο η τροχαία. 


Δεν λέω ότι όλοι είμαστε έτσι. Δεν θέλω να γίνω ισοπεδοτικός. Όμως η γενική ιδέα είναι αυτή. 


Είναι η κοινωνία -πολιτεία, πολιτικοί και πολίτες- που αποδέχεται το γεγονός του αστακοπόλεμου και των βοτκόλουτρων, “ειδωλοποιώντας” τις μούρες του σταρ σύστεμ και τους ζάμπλουτους γόνους τους, ενώ ταυτόχρονα σταυρώνει εκείνον που πάει να ελέγξει αυτόν που ψώνιζε από το δικό του μαγαζί, πληρώνοντας με μαύρο χρήμα.


Διότι η ελληνική αλληλεγγύη ενάντια στη “ρουφιανιά” αποτελεί το μεγαλύτερο και συνάμα μοναδικό προτέρημα του μέσου Έλληνα. Αυτή η αποσιώπηση της μικροπαρανομίας έχει ριζώσει στη συνείδηση του σαν αντανακλαστικό επιβίωσης, για τον απλούστατο λόγο ότι μια κλειστή κοινωνία που θα ανακαλύψει την αμαρτωλή πράξη και θα προκαλέσει την προσοχή όλων όσων μέχρι σήμερα δεν έπρεπε, θα τον αποκλείσει δια παντός. 


Και ίσως να μην σταθεί μόνο στον “πολιτισμένο” αποκλεισμό.


Κοιτίδες που αποδεικνύουν το αντίθετο στο παραπάνω επιχείρημα, υπάρχουν. Μπορεί να μην είναι πολλές, ούτε γνωστές στο ευρύ κοινό, αλλά βρίσκονται κάπου κοντά μας. Σιγά-σιγά, όμως, η μία μετά την άλλη θα αρχίσουν να μαθαίνονται, μιας και ήδη αποτελούν το νούμερο ένα στόχο των απανταχού δημάρχων της επικράτειας, που στο όνομα ενός υπόγειου πάρκινγκ, μιας “υγειονομικής βόμβας” ή ενός “Ξένιου Δία”, βρίσκουν την ευκαιρία να τις ξεριζώνουν πριν καλά καλά προλάβουν να ανθίσουν. Βλέπε την αγορά της Κυψέλης.


Τέτοιες “κυψέλες” ανθρώπινης συνείδησης και ανταλλαγής απόψεων, εμπειριών και παραδόσεων είναι εχθρικές στην αλληλεγγύη του αναβοσβήματος των φώτων στην Αθηνών-Πατρών ένα βράδυ που ο δρόμος είναι άδειος και το κοντέρ δεν μπορεί να μείνει κολλημένο στα 90χλμ την ώρα.


Αυτή είναι η δική μας/τους αστακομαχία. Μπορεί να μην σβήνεται με τρίλιτρες Γκρέι Γκουζ, αλλά την καταπραΰνουν τα καταπατημένα στρέμματα στη φρεσκοκαμένη γη της Πελοποννήσου, της Αττικής και των καταγάλανων νησιών. Αφήνει στο δρόμο δεκάδες εργαζόμενους που περιμένουν να ζήσουν από μια σοδειά που ποτέ δεν έσπειρες, αλλά τους δίνει την ευκαιρία να κάθονται στο καφενείο μαζί σου, να τους κεράσεις μια ρακί, και να τους περιγράψεις με πόσα μπήκε στις στροφές των Τεμπών η καινούρια σου Φεράρι.


Κι όλα αυτά κάτω από την ομπρέλα της μοναδικής αμοιβαίας συνείδησης που περιβάλλει το συντριπτικό κομμάτι του ελληνικού πληθυσμού. Της αλλεργίας στη ρουφιανιά. Της αποδοχής στην απανταχού μικρή ή μεγάλη παρανομία. 


Μια πράξη συνειδησιακά αλλοτριωμένη από την αιώνια σφηνωμένη ιδέα της απόλυτης μεγαλοσυμφεροντολογικής αδικίας που μας καταπίνει ζωντανούς και δεν αφήνει κανένα μας να κινηθεί πέρα από τα όρια της αλληλέγγυας αλλεργίας στη “ρουφιανιά” και της προστασίας εκείνων που προτιμούν να βλέπουν μυκονιάτικα γοβάκια παραγεμισμένα με μουστάκια αστακού, παρά το ΣΔΟΕ στην πόρτα του λατρεμένου τους γείτονα.   

Advertisements