Παραλήρημα

Posted on July 12, 2012

1


Ξυπνάς το πρωί βάζεις καφέ και μετά πλένεις τα δόντια και τρως ότι έμεινε από χθες το βράδυ αλλά δεν σε πειράζει γιατί υπάρχει λόγος. Έχεις να πας στη δουλειά που δεν την έχεις χάσει αλλά ακόμη τη σιχαίνεσαι, μα πιο πολύ δεν πας τις Δευτέρες που είναι σαν τις Κυριακές μόνο που δεν έχει κανένα στο δρόμο το βράδυ γιατί μέσα στη ζέστη όλοι μαζεύονται στα γνωστά στέκια που πας και ξανάπας, γιατί για σένα η Κυριακή θα ήταν εφτά μέρες την εβδομάδα.
Αλλά δεν είναι γιατί έχεις ήδη αργήσει για τη δουλειά μα δεν βρίσκεις τρόπο να φτάσεις γρήγορα κι όμως δεν σε πολυνοιάζει γιατί το έχεις κάνει τόσες φορές και κάνει τόση ζέστη έξω που κανείς δεν θα σου πει τίποτα. Πράγμα πιο σύνηθες από τις μέρες με βροχή που έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν γούσταρες. Πρωινό δεν έφαγες όμως σήμερα γιατί η κρύα πίτσα από προχθές δεν είναι τόσο κρύα με τέτοια ζέστη και στα παλιά μανιτάρια κάνουν παρέα μερικά φρέσκα που φύτρωσαν μέσα στη νύχτα που εσύ στριφογύριζες ακούγοντας το μωρό απέναντι να τσιρίζει γιατί ζεσταίνεται και οι γονιοί του δεν πήγαν να πάρουν ένα ρημάδι ερ κοντίσιον ή έστω έναν ανεμιστήρα, γιατί δεν έχουν χρόνο για τίποτα παρά μόνο να κοιμίζουν το μωρό και να κάνουν κι άλλο μωρό κάθε χρόνο. Η ίδια δουλειά από τότε που μετακόμισες και μετράς μωρά και τσιριχτά αλλά δεν λες τίποτα γιατί τα παιδιά είναι ευτυχία, αλλά οι σακούλες κάτω από τα μάτια φτάνουν και περισσεύουν για να γεμίσουν στο σούπερ μάρκετ που πας όποτε δεν έχεις δουλειά, πράγμα σπάνιο γιατί έχεις πάντα κάτι να κάνεις, ακόμη κι αν αυτό δεν έπρεπε να το κάνεις εσύ αλλά ο τύπος στο απέναντι γραφείο που όμως δεν είναι πια εκεί, όχι γιατί δεν μπόρεσε να κοιμηθεί από το κλάμα του δικού του μωρού αλλά γιατί ο “ισολογισμός δεν πήγε καλά την τελευταία εβδομάδα και πρέπει όλοι να κάνουμε κάτι να κρατήσουμε την επιχείρηση στα επίπεδα του 2004 γιατί τότε πήραμε το Γιούρο και το έχουμε γούρι να το ξαναπάρουμε και φέτος”. Αλλά και όταν πας στο σούπερ μάρκετ βρίζεις τους Γερμανούς και τους Γάλλους γιατί δικά τους είναι αλλά δεν θες να το παραδεχτείς γιατί τότε θα κόψεις τις ωραίες σοκολάτες και τα φτηνά σάπια κρέατα που είναι τόσο καλά τυλιγμένα στο σελοφάν που στο τηγάνι “ακούγονται” όλα ίδια, μιας και έχεις μάθει από τα ριάλιτι που μαγειρεύουν ολημερίς και ολονυχτίς τον περασμένο χειμώνα που πλησίαζες κοντά στην οθόνη μπας και περάσει μαζί με τη μυρωδιά από τον κολλίανδρο που “ακουγόταν” λίγο παραπάνω και το γκάζι που το ζέσταινε κι εσένα σε έβρισκε να σου τρέχουν τα σάλια αλλά το κρύο να σε κάνει να το ξεχνάς. Μα ποιο κρύο θα μου πεις όταν ακούς ότι από φέτος το χειμώνα θα σου ζητάνε τα ίδια με το πετρέλαιο που πληρώνει τώρα ο ταρίφας που κλείνει το δρόμο γιατί έχει να πάρει κούρσα από το περασμένο Σάββατο και κάθεται έξω από τα Έβερεστ για να χαζέψει τους μπάτσους μπας και ακούσει κανένα σαματά από τον ασύρματο τους για να τρέξει να μαζέψει τυχόν γκαντέμηδες περαστικούς που πέρναγαν από κει γύρω και να σταματήσει να διπλαρώνει τη γκομενίτσα που έπιασε την κουβέντα στο φανάρι πριν την πάρει βόλτα μιας και η διπλή ταρίφα είναι καλύτερη από την καμία. Και μετά ακούς τη γκρίνια από τη δουλειά σου που είναι είναι τόση πολύ -η δουλειά και όχι η γκρίνια- που δεν προφταίνεις να την κάνεις εκεί και πρέπει να την πάρεις και στο σπίτι μέχρι τα μάτια σου να γίνουνε κουμπότρυπες. Όμως εσύ λες ξανά “πάλι καλά” που έχεις τώρα να κάνεις κάτι γιατί ο ειδικός λογαριασμός που άνοιξες για το ρεύμα που σου ‘ρχεται κάθε δίμηνο γίνεται το νοίκι και τα κοινόχρηστα από τις δεκαπέντε του μηνός και δεν σου μένει τίποτα για να γεμίσεις το ντεπόζιτο στο μεταχειρισμένο αμάξι που πήρες γιατί τόσες και τόσες κάρτες για τα μέσα μεταφοράς πήγανε χαμένες αναμεταξύ στις ώρες που λιώνεις στη στάση και που παρακαλάς κανένα συνάδελφο να σε πάρει με το δικό του αυτοκίνητο στη δουλειά, γιατί ένας μηχανοδηγός πλακώθηκε με τον άλλο και το σωματείο κήρυξε απεργία για να του συμπαρασταθεί. Κι όμως τώρα φτάσανε οι διακοπές σου αλλά εσύ θα τις περάσεις στο πατρικό, μιας και όλοι μάθανε τα κάμπινγκ σε κάθε κεφαλάκι της βελόνας του παραθαλάσσιου χάρτη της Ελλάδας και δημοτικές αστυνομίες και οι δήμοι κυκλοφορούν σαν τους μπάτσους του Καμίνη. Όχι για να γράψουν το παρκαρισμένο σου ποδήλατο έξω από το φούρνο που σταμάτησες για να πάρεις μια τυρόπιτα, αλλά για το αντίσκηνο που έστησες για μια-δυο μέρες στην παραλία που πάνε μόνο τα κότερα εκείνων που αδειάζουν τα σκατά τους είκοσι μέτρα από εκεί που κάνουν μπάνιο τα μωρά του γείτονα που ήρθανε μαζί σου για να κλάψετε παρέα στην αμμουδιά, αλλά στο τέλος όλοι σου λένε πως εσύ απειλείς την καθαριότητα του τοπίου κι ας περιμένεις δυο ώρες κάθε πρωί με το κωλόχαρτο στο χέρι στην τουαλέτα της καφετέριας του συμπαθητικού ντόπιου πρώην χίπι που έχει κρατήσει ακόμη την τζίβα απ‘ το μαλλί που έφτιαξε στα νιάτα του στα Μάλλια. Κι όμως μετά από όλα αυτά θα πεις ναι, δεν πειράζει γιατί όλα αυτά κι άλλα τόσα με κάνανε αυτός που είμαι, να βρίσκω λύση για τα πάντα, να ξεπερνώ χωρίς μέσα και λεφτά όλες τις δυσκολίες και να βγάζω τη δουλειά που δέκα ανοιχτόχρωμοι ξανθοί δεν βγάζουν ούτε σε δέκα χρόνια κι ας λένε κάποια ζώα κολλημένα εθνίκια πως για όλα ευθύνεται το ελληνικό αίμα και η φυλή. Εκτός κι αν τη βρίσεις τη φυλή και το αίμα τους και τα σκατά που κουβαλάνε στο κεφάλι τους, αλλά τότε θα δεις τι χρώμα έχει το δικό σου αίμα στο πεζοδρόμιο, κάτι που όμως θα σε κάνει ακόμη πιο εύστροφο και πολυμήχανο για να μπορέσεις να διαφημίσεις το μυαλό ξουράφι που έκανε τους γύρω να λένε σήμερα “κρίμα ρε μαλάκα που δεν έχεις καταφέρει όσα έπρεπε γιατί εκείνος που αδειάζει πάνω στο τριαντάμετρο μηχανοκίνητο κανό τα σκατά της γκόμενας του στο πέλαγο, ήθελε να κάνει τον ισολογισμό του όπως του είπε ο κύριος Στουρνάρας γιατί αλλιώς θα τον έβγαζαν από το ευρώ και θα γύριζε στη δραχμή, αν και εκείνος έτσι κι αλλιώς τα φράγκα του τα έχει σε δολάρια και λίρες σε μια οφσόρ στα Κεϊμάν…”           
Advertisements
Posted in: Uncategorized